- Ο γάλλος ιστορικός Μισέλ Βινόκ χαρτογραφεί το τοπίο της γαλλικής διανόησης και αναλύει τις μεταβολές που συντελέστηκαν από την υπόθεση Ντρέιφους ώς τις μέρες μας
Το 1983, ο Μαξ Γκαλό, ο οποίος ήταν τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος της γαλλικής σοσιαλιστικής κυβέρνησης, είχε καταγγείλει τη «σιωπή των διανοουμένων».
Η αριστερά είχε κερδίσει τις εκλογές του 1981, χωρίς να εκφραστεί μαζικά η δημόσια υποστήριξη των διανοουμένων, και ο Γκαλό υπενθύμιζε την εμπειρία τού «Λαϊκού Μετώπου», υπέρ του οποίου είχε στρατευθεί με ενθουσιασμό η γαλλική διανοητική πρωτοπορία της εποχής. Στη δεκαετία του 1980, αντίθετα, εκδηλώθηκε καθαρά ο διαχωρισμός ανάμεσα σε διανοητική αριστερά και πολιτική αριστερά. Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι γάλλοι διανοούμενοι είχαν προσχωρήσει μαζικά στο ρεύμα της κριτικής του «ολοκληρωτισμού», υποστήριζαν τους σοβιετικούς διαφωνούντες, διαδήλωναν υπέρ της πολωνικής «Αλληλεγγύης» και καταδίκαζαν τη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν. Δεν έδειχναν επομένως ιδιαίτερα πρόθυμοι να υποστηρίξουν την κυβέρνηση του Μιτεράν, ο οποίος έδινε υπουργεία στους κομμουνιστές.
Η πτώση του τείχους του Βερολίνου, το 1989, άλλαξε και πάλι τα δεδομένα της γαλλικής πνευματικής ζωής. Το νέο τοπίο που διαμορφώθηκε χαρτογραφεί μιλώντας στη «Monde» ο γάλλος ιστορικός Μισέλ Βινόκ: «Το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού και της ΕΣΣΔ είναι και ο επίλογος ενός μεγάλου ιστορικού κύκλου, στη διάρκεια του οποίου ο σοβιετικός κομμουνισμός ήταν το κομβικό ζήτημα. Οι φάροι αυτής της μακράς μάχης, ο Σαρτρ, ο Αρόν, ο Μερλό-Ποντί, ο Καμί, είχαν εδώ και πολύ καιρό σβήσει. Το διανοητικό σύμπαν, το οποίο λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό με βάση τη δυαδική διαίρεση “φιλοκομμουνιστές εναντίον αντικομμουνιστών”, βαθμιαία άλλαξε, κατακερματίστηκε.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι μια μαζική επιστροφή της στράτευσης των διανοουμένων, αλλά είναι ένα αποτέλεσμα της επικυριαρχίας των μέσων μαζικής επικοινωνίας στη διανοητική ζωή. Είναι οι τηλεοράσεις και οι εφημερίδες αυτές που υποκινούν την “επιστροφή” των διανοουμένων.
Ενα σταθερό χαρακτηριστικό της ιστορίας των διανοουμένων είναι το ότι δεν ασκούν αληθινή επίδραση παρά μόνον στους ίδιους τους διανοούμενους. Δεν ασκούν επίδραση στις μάζες, ενώ μικρή είναι η επιρροή τους στους πολιτικούς. Η διαφορά του σήμερα με το χθες είναι το ότι όλοι εκείνοι -ο Σαρτρ, ο Καμί, ο Μερλό-Ποντί, ο Αρόν- είχαν σημαντικό έργο. Ενώ αυτοί που βλέπουμε σήμερα στο προσκήνιο είναι “επαγγελματίες” της υπεράσπισης του καλού σκοπού (χωρίς σημαντικό έργο).
Οπως είναι γνωστό, το ουσιαστικό “διανοούμενος” επιβλήθηκε με την υπόθεση Ντρέιφους. Ο Ζολά είναι η υποδειγματική μορφή του κριτικού διανοούμενου. Πρόκειται για έναν συγγραφέα (μπορεί να είναι επίσης φιλόσοφος, επιστήμονας, καλλιτέχνης), ο οποίος χρησιμοποιεί τη φήμη του για να υπερασπιστεί δημόσια οικουμενικές αξίες, οι οποίες απειλούνται: τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, την ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ξαναβρίσκουμε αυτή τη μορφή στην περίοδο του πολέμου στην Αλγερία και ιδιαίτερα στη διαμαρτυρία ενάντια στα βασανιστήρια. Με δυο λόγια, είναι ο κήρυκας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Ωστόσο, η ανάπτυξη του σοσιαλισμού και έπειτα του κομμουνισμού προκάλεσε τη γέννηση ενός δεύτερου τύπου διανοουμένου: εκείνου που θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία του κόμματος είτε προσχωρώντας σε αυτό (Αραγκόν) είτε ως συνοδοιπόρος (Σαρτρ). Από το 1927, ο Ζιλιέν Μπεντά καταδίκαζε αυτή την “προδοσία των διανοουμένων” (βάζοντας στο στόχαστρο της πολεμικής του τόσο τους εθνικιστές όσο και τους μαρξιστές). Ο πόλεμος της Ισπανίας και αργότερα ο Ψυχρός Πόλεμος επανενεργοποίησαν έναν πόλεμο “οπαδών” με διακηρύξεις, συλλογές υπογραφών και δημόσιες τοποθετήσεις. Η βαθμιαία διάλυση του κομμουνισμού, με αφετηρία το 1956, ακύρωσε αυτή τη σύγκρουση δύο στρατοπέδων. Στις μέρες μας νομίζω ότι ο διανοούμενος που μας κληρονόμησε η υπόθεση Ντρέιφους έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από το κίνημα οργανώσεων που μάχονται για μια σειρά σκοπούς, όπως οι “Γιατροί χωρίς σύνορα” και τόσες άλλες. Από την άλλη μεριά, ξαναβρίσκουμε “οπαδούς”, λιγότερο στα κόμματα και περισσότερο στον αστερισμό της “αριστεράς της αριστεράς”. Μετά τον θάνατο του Μπουρντιέ οι φάροι δεν λάμπουν πλέον, αλλά δεν λείπουν τα μικρά φώτα.
Στο παρελθόν οι διανοούμενοι ήταν οι καθοδηγητές, ήταν ένα είδος ιερέων. Αυτό έχει τελειώσει σήμερα. Και η αλλαγή αυτή δεν οφείλεται μόνον στο ότι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, με επικεφαλής την τηλεόραση, έχουν καταλάβει την εξουσία.
Οφείλεται και σε ένα κοινωνιολογικό φαινόμενο που έχει αλλάξει τα πάντα. Πριν από 50 χρόνια αριθμούσαμε λιγότερο από 10% αποφοίτους του γαλλικού λυκείου σε κάθε ηλικιακή κατηγορία, ενώ σήμερα έχουμε 60%. Οι άνθρωποι επιθυμούν λιγότερο να έχουν καθοδηγητές και περισσότερο να εκφράζονται οι ίδιοι. Αυτό δείχνει η εξαιρετική άνθηση των μπλογκ στο Ιντερνετ.
Ας προσθέσουμε ακόμα μια κατηγορία διανοουμένων, που ο Μισέλ Φουκό όριζε ως “ειδικούς διανοούμενους”. Με άλλα λόγια πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι, παραμένοντας στο δικό τους πεδίο ειδικών γνώσεων, εκφράζονται ενάντια στο λάθος ή την αδικία. Αρχικά, στην περίοδο της υπόθεσης Ντρέιφους, ο διανοούμενος είναι εξ ορισμού αριστερός, επειδή εκείνοι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε διανοούμενους της δεξιάς (ο Μπαρές, ο Μοράς κ.ά.) περιγελούσαν τον όρο “διανοούμενος”. Ωστόσο, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι διανοούμενοι της δεξιάς υιοθέτησαν τη λέξη και ήταν πολλοί. Για παράδειγμα, τον καιρό του πολέμου στην Αιθιοπία υπήρξε ένα μανιφέστο υπέρ του Μουσολίνι που συγκέντρωνε 64 υπογραφές διανοουμένων. Και έπειτα είχαμε την κατηγορία των φιλελεύθερων διανοουμένων του κύκλου του Αρόν, που δεν ήταν βέβαια διανοούμενοι της αριστεράς.
Θα ήταν επομένως λάθος να κατατάσσουμε συστηματικά τους διανοούμενους στην αριστερά. Το καινούριο στοιχείο ίσως είναι ο μεγάλος αριθμός των διανοουμένων που ήταν πρώην αριστεριστές, πρώην κομμουνιστές και που μετακινήθηκαν προς τα δεξιά».
- Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ
-
Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010



![[RITSOS+2.jpg]](http://4.bp.blogspot.com/_5RiA7Z1EvLs/Sb2BEMrQhbI/AAAAAAAAAWk/7FRhZrD-dtE/s1600/RITSOS%2B2.jpg)





