Έφυγε ο ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής Αργύρης Χιόνης

Ένας σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων, ο Αργύρης Χιόνης, πέθανε ανήμερα τα Χριστούγεννα, σε ηλικία 68 ετών. Ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα, αλλά πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε χώρες της βορειοδυτικής Ευρώπης.

Σε ηλικία 14 ετών ξεκινάει να γράφει ποιήματα σε έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο, επηρεασμένος από τις μαντινάδες και τον «Ερωτόκριτο», που τραγουδούσε η Κρητικιά μητέρα του.

Πρώτη εμφάνισή του στα γράμματα ήταν τα ποιήματα που δημοσιεύονται το 1963 στο περιοδικό «Δωδέκατη Ώρα» και το 1964 στη «Νέα Εστία». Το 1966, σε ηλικία 23 ετών, εκδίδεται η πρώτη ποιητική συλλογή του Απόπειρες φωτός, ενώ το 1967, λίγο μετά τη δικτατορία, μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου εργάζεται σκληρά και τα βράδια παρακολουθεί μαθήματα γαλλικών.

Στις αρχές του 1968, ποιήματά του μεταφράζονται και δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά της Ολλανδίας, χώρα που γίνεται ο δεύτερος σταθμός του. Στο Άμστερνταμ θα ζήσει τα επόμενα οκτώμισι χρόνια, δουλεύοντας σκληρά και προσπαθώντας να μάθει τη γλώσσα, κόποι που στη συνέχεια του αναγνωρίζονται: Παίρνει υποτροφία από την Εταιρεία Συγγραφέων, γίνεται δεκτός σε λογοτεχνικούς κύκλους, δημοσιεύει σε περιοδικά, εκδίδονται δύο βιβλία του, βραβεύονται δύο θεατρικά έργα του, διορίζεται δάσκαλος ελληνικών στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο και, με κρατική υποτροφία, εγγράφεται στη σχολή ιταλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1977 και για τα επόμενα πέντε χρόνια θα δουλέψει ως μεταφραστής, θα συγγράψει μια σειρά παιδικών εκπομπών για το ραδιόφωνο και θα εκπροσωπήσει τη χώρα μας στο ετήσιο Διεθνές Συγγραφικό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Αϊόβα, στις ΗΠΑ.

Το 1982, έπειτα από διαγωνισμό, προσλαμβάνεται ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες. Το 1992 παραιτείται και αποσύρεται στο Θροφαρί, ένα μικρό χωριό της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολείται με την ποίηση και τη γεωργία. Ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Για το θάνατό του, ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Παύλος Γερουλάνος δήλωσε τα εξής: «Ο Αργύρης Χιόνης υπήρξε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου και δημιουργού. Πολίτης του κόσμου αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένος με την Ελλάδα, άνθρωπος πολυπράγμων και συλλέκτης πάσης φύσεως εμπειριών, προσωπικότητα σύνθετη που αναζήτησε την ευτυχία στα απλά και μικρά, παρουσία χαμηλόφωνη αλλά επιδραστική, ο Χιόνης εξέφρασε με το έργο του την απορία του ανθρώπου μπροστά στο παράλογο και μάταιο της ύπαρξής του, αλλά και μια βαθιά αγάπη για τη ζωή και μια ειλικρινή κατάφαση σ’ αυτή. Στους οικείους και τους φίλους του εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια».

Έργα και ημέρες

Ο Αργύρης Χιόνης έλαβε το 2007 το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» για το βιβλίο του Όντα και μη όντα (2006), ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο διηγήματος (εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου) για το βιβλίο του Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (2008). Ποιήματα και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σερβοκροατικά και ρουμάνικα.

Τα ποιητικά βιβλία του είναι τα Σχήματα απουσίας (εκδ. Αρίων, 1973),Μεταμορφώσεις (εκδ. Μπουκουμάνης, 1974), Τύποι ήλων (εκδ. Εγνατία-Τραμ, 1978), Λεκτικά τοπία (εκδ. Καστανιώτης, 1983), Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη (εκδ. Υάκινθος, 1986), Εσωτικά τοπία (εκδ. Νεφέλη, 1991), Ο ακίνητος δρομέας (εκδ. Νεφέλη, 1996), Ιδεογράμματα (εκδ. Τα τραμάκια, 1997), Τότε που η σιωπή τραγούδησε (εκδ. Νεφέλη, 2000), Στο υπόγειο (εκδ. Νεφέλη, 2004), Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010).

Από τις εκδόσεις Νεφέλη κυκλοφόρησε το 2006 η συγκεντρωτική έκδοση των δέκα πρώτων ποιητικών του συλλογών, με τίτλο Η φωνή της σιωπής: ποιήματα 1966-2000.

Υπήρξε επίσης μεταφραστής σημαντικών έργων, όπως Τα Ποιήματα του Οκτάβιο Πας (1981), Όταν το ταβάνι κλαίει του Ράσελ Έντσον (1986),Περηφάνια και προκατάληψη της Τζέιν Όστεν (1997), Κατακόρυφη ποίηση του Ρομπέρτο Γιάρος (1997) και Με το αγκίστρι στην καρδιά: Μια επιλογή από το έργο του του Ανρί Μισώ (2003).

Έγραψε, τέλος, αφηγήματα για μικρούς και μεγάλους, όπως Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (εκδ. Αιγόκερως, 1981), Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς (εκδ. Πατάκης, 1995), Τρία μαγικά παραμύθια (εκδ. Πατάκης, 1998), Όντα και μη όντα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2006), Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (εκδ. Κίχλη, 2008), ενώ το έργο του Έχων σώας τα φρένας κι άλλες τρελές ιστορίες αναμένεται από τις εκδόσεις Κίχλη.

Η κηδεία του θα γίνει στο Θροφαρί.

Leave a Comment

Polemicist Who Slashed All, Freely, Dies at 62

By 

The New York Times: December 16, 2011

Christopher Hitchens, a slashing polemicist in the tradition of Thomas Paine and George Orwell who trained his sights on targets as various as Henry Kissinger, the British monarchy and Mother Teresa, wrote a best-seller attacking religious belief, and dismayed his former comrades on the left by enthusiastically supporting the American-led war in Iraq, died on Thursday in Houston. He was 62.

Justin Lane for The New York Times

Christopher Hitchens in Washington, D.C., in 1999.

Multimedia
Michael Stravato for The New York Times

Christopher Hitchens a few hours after being released from the M. D. Anderson Cancer Center in Houston in October.

The cause was pneumonia, a complication of esophageal cancer, Vanity Fair magazine said inannouncing the death, at the M. D. Anderson Cancer Center. Mr. Hitchens, who lived in Washington, learned he had cancer while on a publicity tour in 2010 for his memoir,“Hitch-22,” and began writing and, on television, speaking about his illness frequently.

“In whatever kind of a ‘race’ life may be, I have very abruptly become a finalist,” Mr. Hitchens wrote in Vanity Fair, for which he was a contributing editor.

He took pains to emphasize that he had not revised his position on atheism, articulated in his best-selling 2007 book, “God Is Not Great: How Religion Poisons Everything,” although he did express amused appreciation at the hope, among some concerned Christians, that he might undergo a late-life conversion.

He also professed to have no regrets for a lifetime of heavy smoking and drinking. “Writing is what’s important to me, and anything that helps me do that — or enhances and prolongs and deepens and sometimes intensifies argument and conversation — is worth it to me,” he told Charlie Rose in a television interview in 2010, adding that it was “impossible for me to imagine having my life without going to those parties, without having those late nights, without that second bottle.”

Armed with a quick wit and a keen appetite for combat, Mr. Hitchens was in constant demand as a speaker on television, radio and the debating platform, where he held forth in a sonorous, plummily accented voice that seemed at odds with his disheveled appearance. He was a master of the extended peroration, peppered with literary allusions, and of the bright, off-the-cuff remark.

In 2007, when the interviewer Sean Hannity tried to make the case for an all-seeing God, Mr. Hitchens dismissed the idea with contempt. “It would be like living in North Korea,” he said.

Mr. Hitchens, a British Trotskyite who had lost faith in the Socialist movement, spent much of his life wandering the globe and reporting on the world’s trouble spots for The Nation magazine, the British newsmagazine The New Statesman and other publications.

His work took him to Northern Ireland, Greece, Cyprus, Portugal, Spain and Argentina in the 1970s, generally to shine a light on the evil practices of entrenched dictators or the imperial machinations of the great powers.

After moving to the United States in 1981, he added American politics to his beat, writing a biweekly Minority Report for The Nation. He wrote a monthly review-essay for The Atlantic and, as a carte-blanche columnist at Vanity Fair, filed essays on topics as various as getting a Brazilian bikini wax and the experience of being waterboarded, a volunteer assignment that he called “very much more frightening though less painful than the bikini wax.” He was also a columnist for the online magazine Slate.

His support for the Iraq war sprang from a growing conviction that radical elements in the Islamic world posed a mortal danger to Western principles of political liberty and freedom of conscience. The first stirrings of that view came in 1989 with the Ayatollah Ruhollah Khomeini’s fatwah against the novelist Salman Rushdie for his supposedly blasphemous words in “The Satanic Verses.” To Mr. Hitchens, the terrorist attacks of Sept. 11, 2001, confirmed the threat.

In a political shift that shocked many of his friends and readers, he cut his ties to The Nation and became an outspoken advocate of the American-led invasion of Iraq in 2003 and a ferocious critic of what he called “Islamofascism.” Although he denied coining the word, he popularized it.

He remained unapologetic about the war. In 2006 he told the British newspaper The Guardian: “There are a lot of people who will not be happy, it seems to me, until I am compelled to write a letter to these comrades in Iraq and say: ‘Look, guys, it’s been real, but I’m going to have to drop you now. The political cost to me is just too high.’ Do I see myself doing this? No, I do not!”

Christopher Eric Hitchens was born on April 13, 1949, in Portsmouth, England. His father was a career officer in the Royal Navy and later earned a modest living as a bookkeeper.

Though it strained the family budget, Christopher was sent to private schools in Tavistock and Cambridge, at the insistence of his mother. “If there is going to be an upper class in this country, then Christopher is going to be in it,” he overheard his mother saying to his father, clinching a spirited argument.

Mark Mahaney for The New York Times

Christopher Hitchens in his home in Washington, D.C., in 2007.

Multimedia
Mark Mahaney for The New York Times

Christopher Hitchens in 2007

He was politically attuned even as a 7-year-old. “I was precocious enough to watch the news and read the papers, and I can remember October 1956, the simultaneous crisis in Hungary and Suez, very well,” he told the magazine The Progressive in 1997. “And getting a sense that the world was dangerous, a sense that the game was up, that the Empire was over.”

Even before arriving at Balliol College, Oxford, Mr. Hitchens had been drawn into left-wing politics, primarily out of opposition to the Vietnam War. After heckling a Maoist speaker at a political meeting, he was invited to join the International Socialists, a Trotskyite party. Thus began a dual career as political agitator and upper-crust sybarite. He arranged a packed schedule of antiwar demonstrations by day and Champagne-flooded parties with Oxford’s elite at night. Spare time was devoted to the study of philosophy, politics and economics.

After graduating from Oxford in 1970, he spent a year traveling across the United States. He then tried his luck as a journalist in London, where he contributed reviews, columns and editorials to The New Statesman, The Daily Express and The Evening Standard.

“I would do my day jobs at various mainstream papers and magazines and TV stations, where my title was ‘Christopher Hitchens,’ ” he wrote in “Hitch-22,” “and then sneak down to the East End, where I was variously features editor of Socialist Worker and book review editor of the theoretical monthly International Socialism.”

He became a staff writer and editor for The New Statesman in the late 1970s and fell in with a literary clique that included Martin Amis, Julian Barnes, James Fenton, Clive James and Ian McEwan. The group liked to play a game in which members came up with the sentence least likely to be uttered by one of their number. Mr. Hitchens’s was “I don’t care how rich you are, I’m not coming to your party.”

After collaborating on a 1976 biography of James Callaghan, the Labour leader, he published his first book, “Cyprus,” in 1984 to commemorate Turkey’s invasion of Cyprus a decade earlier. A longer version was published in 1989 as “Hostage to History: Cyprus From the Ottomans to Kissinger.”

His interest in the region led to another book, “Imperial Spoils: The Curious Case of the Elgin Marbles” (1987), in which he argued that Britain should return the Elgin marbles to Greece.

In 1981 he married a Greek Cypriot, Eleni Meleagrou. The marriage ended in divorce. He is survived by their two children, Alexander and Sophia; his wife, Carol Blue, and their daughter, Antonia; and his brother, Peter.

Mr. Hitchens’s reporting on Greece came through unusual circumstances. He was summoned to Athens in 1973 because his mother, after leaving his father, had committed suicide there with her new partner. After his father’s death in 1987, he learned that his mother was Jewish, a fact she had concealed from her husband and her children.

After moving to the United States, where he eventually became a citizen, Mr. Hitchens became a fixture on television, in print and at the lectern. Many of his essays for The Nation and other magazines were collected in “Prepared for the Worst” (1988).

He also threw himself into the defense of his friend Mr. Rushdie. “It was, if I can phrase it like this, a matter of everything I hated versus everything I loved,” he wrote in his memoir. “In the hate column: dictatorship, religion, stupidity, demagogy, censorship, bullying and intimidation. In the love column: literature, irony, humor, the individual and the defense of free expression.”

To help rally public support, Mr. Hitchens arranged for Mr. Rushdie to be received at the White House by President Bill Clinton, one of Mr. Hitchens’s least favorite politicians and the subject of his book “No One Left to Lie To: The Triangulations of William Jefferson Clinton” (1999).

He regarded the response of left-wing intellectuals to Mr. Rushdie’s predicament as feeble, and he soon began to question many of his cherished political assumptions. He had already broken with the International Socialists when, in 1982, he astonished some of his brethren by supporting Britain’s invasion of the Falkland Islands.

The drift was reflected in books devoted to heroes like George Orwell (“Why Orwell Matters,” 2002), Thomas Paine (“Thomas Paine’s ‘Rights of Man’: A Biography,” 2006) and Thomas Jefferson (“Thomas Jefferson: Author of America,” 2005).

His polemical urges found other outlets. In 2001 he excoriated Mr. Kissinger, the secretary of state in the Nixon administration, as a war criminal in the book “The Trial of Henry Kissinger.” He helped write a 2002 documentary film by the same title based on the book.

Mr. Hitchens became a campaigner against religious belief, most notably in his screed against Mother Teresa, “The Missionary Position: Mother Teresa in Theory and Practice” (1995), and “God Is Not Great.” He regarded Mother Teresa as a proselytizer for a retrograde version of Roman Catholicism rather than as a saintly charity worker.

“I don’t quite see Christopher as a ‘man of action,’ ” the writer Ian Buruma told The New Yorker in 2006, “but he’s always looking for the defining moment — as it were, our Spanish Civil War, where you put yourself on the right side, and stand up to the enemy.”

One stand distressed many of his friends. In 1999, Sidney Blumenthal, an aide to Mr. Clinton and a friend of Mr. Hitchens’s, testified before a grand jury that he was not the source of damaging comments made to reporters about Monica Lewinsky, whose supposed affair with the president was under investigation by the House of Representatives.

Contacted by House investigators, Mr. Hitchens supplied information in an affidavit that, in effect, accused Mr. Blumenthal of perjury and put him in danger of being indicted.

At a lunch in 1998, Mr. Hitchens wrote, Mr. Blumenthal had characterized Ms. Lewinsky as “a stalker” and said the president was the victim of a predatory and unstable woman. Overnight, Mr. Hitchens — now called “Hitch the Snitch” by Blumenthal partisans — became persona non grata in living rooms all over Washington. In a review of “Hitch-22” in The New York Review of Books, Mr. Buruma criticized Mr. Hitchens for making politics personal.

To Mr. Hitchens, he wrote, “politics is essentially a matter of character.”

“Politicians do bad things,” Mr. Buruma continued, “because they are bad men. The idea that good men can do terrible things (even for good reasons), and bad men good things, does not enter into this particular moral universe.” Mr. Hitchens’s latest collection of writings, “Arguably: Essays,” published this year, has been a best-seller and ranked among the top 10 books of 2011 by The New York Times Book Review.

Mr. Hitchens discussed the possibility of a deathbed conversion, insisting that the odds were slim that he would admit the existence of God.

“The entity making such a remark might be a raving, terrified person whose cancer has spread to the brain,” he told The Atlantic in August 2010. “I can’t guarantee that such an entity wouldn’t make such a ridiculous remark, but no one recognizable as myself would ever make such a remark.”

Readers of “Hitch-22” already knew his feelings about the end. “I personally want to ‘do’ death in the active and not the passive,” he wrote, “and to be there to look it in the eye and be doing something when it comes for me.”

This article has been revised to reflect the following correction:

Correction: December 17, 2011

Because of an editing error, an obituary in some copies on Friday about the writer Christopher Hitchens referred incorrectly to the circumstances of his death. While he did die at the M. D. Anderson Cancer Center in Houston, he had not entered hospice care there, and he had not stopped treatment. The obituary also misstated the source of a remark by Mr. Hitchens, an avowed atheist, about the possibility of a deathbed conversion. It came from a 2010 interview with The Atlantic, not with The New York Times. And the obituary also misstated the frequency of “Minority Report,” the column Mr. Hitchens wrote for The Nation. It appeared biweekly, not bimonthly.

This article has been revised to reflect the following correction:

Correction: December 17, 2011

Because of an editing error, an obituary in some copies on Friday about the writer Christopher Hitchens referred incorrectly to the circumstances of his death. While he did die at the M. D. Anderson Cancer Center in Houston, he had not entered hospice care there, and he had not stopped treatment. The obituary also misstated the source of a remark by Mr. Hitchens, an avowed atheist, about the possibility of a deathbed conversion. It came from a 2010 interview with The Atlantic, not with The New York Times. And the obituary also misstated the frequency of “Minority Report,” the column Mr. Hitchens wrote for The Nation. It appeared biweekly, not bimonthly.

This article has been revised to reflect the following correction:

Correction: December 17, 2011

Because of an editing error, an obituary in some copies on Friday about the writer Christopher Hitchens referred incorrectly to the circumstances of his death. While he did die at the M. D. Anderson Cancer Center in Houston, he had not entered hospice care there, and he had not stopped treatment. The obituary also misstated the source of a remark by Mr. Hitchens, an avowed atheist, about the possibility of a deathbed conversion. It came from a 2010 interview with The Atlantic, not with The New York Times. And the obituary also misstated the frequency of “Minority Report,” the column Mr. Hitchens wrote for The Nation. It appeared biweekly, not bimonthly.

A version of this article appeared in print on December 17, 2011, on page D8 of the New York edition with the headline: Christopher Hitchens, a Polemicist Who Slashed All With Wit, Is Dead at 62.

2 Comments

«Αμφισβητίας εκ πεποιθήσεως»! Πέθανε ο αρθρογράφος και συγγραφέας Κρίστοφερ Χίτσενς

Ο Βρετανός συγγραφέας και αρθρογράφος Κρίστοφερ Χίτσενς πέθανε από πνευμονία, επιπλοκή του καρκίνου του οισοφάγου από τον οποίο έπασχε, στο Χιούστον. «Ο Κρίστοφερ Χίτσενς, ο δεινός επικριτής και ρήτορας πέθανε σήμερα σε ηλικία 62 ετών» επισημαίνει το αμερικανικό περιοδικό Vanity Fair στην ιστοσελίδα του. Ο Χίτσενς άρχισε τη σταδιοδρομία του ως δημοσιογράφος στη Βρετανία πριν μεταβεί στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στις ΗΠΑ. Έγινε ευρύτερα γνωστός ως αρθρογράφος σε διάφορα αμερικανικά και βρετανικά έντυπα πολιτικού περιεχομένου. Ο Κ.Χίτσενς εξέπληξε πολλούς και δέχθηκε επικρίσεις για τη στήριξη του πολέμου στο Ιράκ.
Γεννημένος στη Βρετανία το 1949, εγκατεστημένος στην Αμερική από το 1981, άθεος, αντισυμβατικός, δεν δίστασε να βάλει στο στόχαστρό του τη Μητέρα Τερέζα, τον Χένρι Κίσινγκερ και τον Μπιλ Κλίντον, όντας μια ζωή αμφισβητίας εκ πεποιθήσεως, όπως είναι και ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του.Διαγνώστηκε με καρκίνο του οισοφάγου τον Ιούνιο του 2010.Η σχέση του με την Ελλάδα

Ο δημοσιογράφος ασχολήθηκε συχνά με ελληνικά θέματα: έγινε γνωστός για τις θέσεις του υπέρ της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα (έχει γράψει, μάλιστα, και βιβλίο), ενώ στήριζε τις κυπριακές θέσεις. O Κ.Χίτσενς είχε μια παράξενη σχέση με την Ελλάδα. Εκτός από τα πολλά άρθρα που είχε γράψει για τη χώρα, στην Αθήνα αυτοκτόνησε τον Νοέμβριο του 1973 η μητέρα του μαζί με τον εραστή της, μετά από συμφωνία που είχαν κάνει. Η μητέρα του και ο εραστής της, ένας πρώην κληρικός ονόματι Τίμοθι Μπράιαν έλαβαν υψηλή δόση υπνωτικών, ενώ βρίσκονταν σε διπλανά δωμάτια ξενοδοχείου στην πόλη. Ο Τ.Μπράιαν έκοψε, μάλιστα, τις φλέβες του στην μπανιέρα. Ο Τ.Χίτσενς πέταξε στην Αθήνα μόνος του για να παραλάβει τη σορό της μητέρας του. Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι ίσως η μητέρα του αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει εξαιτίας του φόβου της ότι ο σύζυγός της θα μάθαινε για την απιστία της. Όσο ήταν στην Ελλάδα έγραψε ένα άρθρο για τη χούντα, το οποίο επρόκειτο να είναι το πρώτο του μεγάλο άρθρο για το περιοδικό New Statesman. [Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ/Reuters/Γαλλικό]

Christopher Hitchens dies aged 62

Celebrated journalist, writer and unshakeable secularist has died from complications of oesophageal cancer

Christopher Hitchens photographed in November 2010 for the Observer New Review

Christopher Hitchens photographed in November 2010 for the Observer New Review. The writer, critic and journalist has died aged 62 after contracting oesophageal cancer. Photograph: Jamie-James Medina for the Observer

The writer, journalist and contrarian Christopher Hitchens has died at the age of 62 after crossing the border into the “land of malady” on being diagnosed with an oesophageal cancer in June 2010. Vanity Fair, for which he had written since 1992 and was made contributing editor, marked his death in a memorial article posted late on Thursday night.

The reactions to Hitchens’s illness from his intellectual opponents – which ranged from undisguised glee to offers of prayers – testified to his stature as one of the leading voices of secularism since the publication in 2007 of his anti-religious polemic God is Not Great. The reaction from the author himself, who after a lifetime of “burning the candle of both ends” described his illness as “something so predictable and banal that it bores even me”, testified to the sharpness of his wit and the clarity of his thinking under fire, as he dissected the discourse of “struggle” that surrounds cancer, paid tribute to the medical staff who looked after him and resolved to “resist bodily as best I can, even if only passively, and to seek the most advanced advice”.

Born in 1949, Hitchens was sent to boarding school at the age of eight, his mother deciding: “If there is going to be an upper class in this country, then Christopher is going to be in it.” This resolution pursued him to his time at Oxford, where he confessed to leading a “double life” as both an “ally of the working class” and as a guest at cocktail parties where he could meet “near-legendary members of the establishment’s firmament on nearly equal terms”.

After he graduated in 1970 with a third-class degree, the doors of Fleet Street opened wide for Hitchens, who followed his friend James Fenton into a job at the New Statesman. He began a lifelong friendship with Martin Amis and quickly gained a reputation as a pugnacious leftwing commentator, excoriating targets such as the Roman Catholic church, the Vietnam war and Henry Kissinger in dazzling essays, news reports and book reviews.

A resolution to spend time at least once a year in “a country less fortunate than [his] own” spurred him to witness the stirrings of revolution in Portugal and Poland, as well as counter-revolution in Argentina. His mother’s death in Athens, killing herself in a suicide pact with her lover, saw him reporting on the overthrow of the Greek junta in 1973.

Expeditions followed to Romania, Nicaragua, Malaysia and beyond. Hitchens travelled to post-war Iraq in 2006, Uganda in 2007 and Venezuela in 2008. A report for the New Statesman from Beirut brought rare praise from his father, a former navy officer who telephoned to say the piece was “very good”, and that he “thought it rather brave … to go there”. This validation was all the sweeter for a son who believed he’d always disappointed his father “by not being good at cricket or rugger”.

New York offered an escape from the contradictions of the British class system that Hitchens grabbed with both hands, when the offer of a job on the left-leaning weekly magazine the Nation came in 1981. Columns for Slate.com and Vanity Fair followed, with Hitchens consummating his love affair with American life when he took US citizenship in 2007.

Meanwhile he maintained an intense rivalry with his younger brother Peter, who followed him into journalism but found his place on the opposite side of the political spectrum, working first for the Daily Express and then the Mail on Sunday. Both downplayed talk of a rift, but Peter confessed in 2009 that they were “not close”. “If we weren’t brothers we wouldn’t know each other,” he said.

One of the many issues that divided the brothers was the 2003 Iraq war, with Peter arguing that the war was “against Britain’s interests”, while Christopher supported a war that he suggested would stop Saddam Hussein using the country as “his own personal torture chamber”.

His advocacy for the Iraq war was only the latest of Hitchens’s positions that many on the left found uncomfortable, and led to a chill in his relations with Gore Vidal, who had once nominated him a “successor, an inheritor, a dauphin or delphino”. But Hitchens’s opposition to what he called “fascism with an Islamic face” began long before 9/11, with the fatwa on his friend Salman Rushdie, imposed by the Ayatollah Khomeini, whom Hitchens accused of “using religion to mount a contract killing”, after the publication of The Satanic Verses.

Religion, or at least a fierce aversion to it, fuelled Hitchens’s ascent towards celebrity, particularly in his adopted homeland, after the publication of God is Not Great in 2007. In it he argued that religion is “violent, irrational, intolerant, allied to racism and tribalism and bigotry, invested in ignorance and hostile to free inquiry”, notching up sales of more than 500,000 copies.

Hitchens gave short shrift to the “insulting” suggestion that cancer might persuade him to change his position where reason had not, arguing that to ditch principles “held for a lifetime, in the hope of gaining favour at the last minute” would be a “hucksterish choice”, and urging those who had taken it upon themselves to pray for him not to “trouble deaf heaven with your bootless cries”.

Writing in his 2010 memoir, Hitch-22, Hitchens said that he hoped and believed his “advancing age has not quite shamed my youth”, disavowing the “‘simple’ ordinary propositions” of his younger days in favour of the maxim that “it is an absolute certainty that there are no certainties”.

“One reason, then, that I would not relive my life,” he continued, “is that one cannot be born knowing such things, but must find them out, even when they then seem bloody obvious, for oneself.”

Christopher Hitchens obituary

Author, journalist and secularist who broke with his leftwing roots over the Iraq war

Hay festival: Christopher Hitchens

Christopher Hitchens. Photograph: Felix Clay

For most of his career, Christopher Hitchens, who has died aged 62, was the left’s biggest journalistic star, writing and broadcasting with wit, style and originality in a period when such qualities were in short supply among those of similar political persuasion. Nobody else spoke with such confidence and passion for what Americans called “liberalism” and Hitchens (regarding “liberal” as too “evasive”) called “socialism”.

His targets were the abusers of power, particularly Henry Kissinger (whom he tried to bring to trial for his role in bombing Cambodia and overthrowing the Allende regime in Chile) and Bill Clinton. He was unrelenting in his support for the Palestinian cause and his excoriation of America’s projections of power in Asia and Latin America. He was a polemicist rather than an analyst or political thinker – his headmaster at the Leys School in Cambridge presciently forecast a future as a pamphleteer – and, like all the best polemicists, brought to his work outstanding skills of reporting and observation.

To these, he added wide reading, not always worn lightly, an extraordinary memory – he seemed, his friend Ian McEwan observed, to enjoy “instant neurological recall” of anything he had ever read or heard – and a vigorous, if sometimes pompous writing style, heavily laden with adjectives, elegantly looping sub-clauses and archaic phrases such as “allow me to inform you”.

His socialism was always essentially internationalist, particularly since the English working classes responded sluggishly to literature he handed out at factory gates for the International Socialists, a Trotskyist group he joined from 1966 to 1976. He had little interest in social or economic policy and, in later life, seemed somewhat bemused at questions about his three children being privately educated.

He travelled widely as a young man, often at his own expense, visiting, for example, Poland, Portugal, Czechoslovakia and Argentina at crucial moments in their anti-totalitarian struggles, offering fraternal solidarity and parcels of blue jeans. Later, he rarely wrote at length about any country without visiting it, sometimes at risk of arrest or physical attack. His loathing of tyranny was consistent: unlike many of the 1960s generation, he never harboured illusions about Mao or Castro. His concerns grew about the left’s selective tolerance for totalitarian regimes – as early as 1983, he ruffled “comrades” by supporting Margaret Thatcher’s war against General Galtieri’s Argentina – but they did not initially threaten a rupture in his political loyalties.

After the terrorist attacks on New York and Washington in 2001, however, he announced he was no longer “on the left” – while denying he had become “any kind of conservative” – and “swore a sort of oath to remain coldly furious” until “fascism with an Islamic face” was “brought to a most strict and merciless account”.

To the horror of former allies, he accepted invitations to the George W Bush White House; embraced the deputy defence secretary and Iraq war hawk Paul Wolfowitz as a friend (“they were finishing each other’s sentences,” was one account of an early meeting); and resigned from the Nation, America’s foremost leftwing weekly. In 2007, after living in the US for more than 25 years, he took out American citizenship in a ceremony presided over by Bush’s head of homeland security. Long friendships with the aristocracy of the Anglo-American left – Noam Chomsky, Tariq Ali, Alexander Cockburn, Edward Said – ended in harsh exchanges. Gore Vidal once named Hitchens as his inheritor or dauphin. The relevant quotation appeared on the dustjacket of Hitch-22, Hitchens’s memoir published in 2010, but was overlain by a red cross with “no, CH” inscribed beside it.

Hitchens was born in Portsmouth to parents of humble origins who progressed to the fringes of what George Orwell (a Hitchens role-model) would have termed the lower-upper-middle-classes. His father was a naval commander of “flinty and adamant” Tory views who became a school bursar. Father and son were never close, nor were Christopher and his younger brother Peter. The first love of Hitchens’s life was his mother, “the cream in the coffee, the gin in the campari”. She insisted (at least according to Hitchens) he should go to private boarding school because “if there is going to be an upper class in this country, then Christopher is going to be in it”.

He was already a Labour supporter at school, organising the party’s “campaign” in a mock election, and joining a CND march from Aldermaston. At Balliol College, Oxford, where he read PPE, he “rehearsed”, as he put it, for 1968. But he led a curiously dualistic life. By day, “Chris” addressed car workers through a bullhorn on an upturned milk crate while by night “Christopher” wore a dinner jacket to address the Oxford Union or dine with the Warden of All Souls. (He did not, in fact, like being called “Chris” – his mother would not, he explained, wish her firstborn to be addressed “as if he were a taxi-driver or pothole-filler” – and found “Hitch”, which most friends used, more acceptable.) While not exactly a social climber, Hitchens wished to be on intimate terms with important people.

Equally dualistic was his sex life. He was almost expelled from school for homosexuality and later boasted that at Oxford he slept with two future (male) Tory cabinet ministers. But also at Oxford, he lost his virginity to a girl who had pictures of him plastered over her bedroom wall and he eventually became a dedicated heterosexual because, he said, his looks deteriorated to the point where no man would have him.

The “double life”, as he called it, continued after he left university with a third-class degree – he was too busy with politics to bother much with studying – and found, partly through his Oxford friend James Fenton, a berth at the New Statesman. He supplemented his income by writing for several Fleet Street papers, but also contributed gratis to the Socialist Worker.

It was while working for the Statesman that he experienced a “howling, lacerating moment in my life”: the death of his adored mother in Athens, apparently in a suicide pact with her lover, a lapsed priest. Only years later did he learn what she never told him or perhaps anyone else: that she came from a family of east European Jews. Though his brother – who first discovered their mother’s origins – said this made them only one-32nd Jewish, Hitchens declared himself a Jew according to the custom of matrilineal descent.

Later in the 1970s, he became a familiar Fleet Street figure, disporting himself in bars and restaurants and settling into a literary set that included Fenton, Martin Amis, Julian Barnes, Clive James and others. It specialised in long lunches and what (to others) seemed puerile and frequently obscene word games. But he was hooked on America as a 21-year-old when he visited on a student visa and tried unsuccessfully to get a work permit. In October 1981, on a half-promise of work from the Nation, he left for the US. It was the making of his career: Americans have always had a weakness for plummy voiced, somewhat raffish Englishmen who pepper their writing and conversation with literary and historical allusions.

He became the Nation’s Washington correspondent, contributing editor of Vanity Fair from 1982, literary essayist for Atlantic Monthly, a frequent contributor to the New York Review of Books and a talking head on innumerable cable TV shows. He authored 11 books, co-authored six more, and had five collections of essays published. The targets included Kissinger, Clinton and Mother Teresa (“a thieving fanatical Albanian dwarf”); his books on Orwell, Thomas Jefferson and Thomas Paine were more positive, and less widely noticed. His most successful book, which brought him international fame beyond what Susan Sontag called “the small world of those who till the field of ideas”, was God Is Not Great, a mocking indictment of religion which put him alongside Richard Dawkins as a leading enemy of the devout.

He was also, to his great pleasure, a liberal studies professor at the New School in New York and, for a time, visiting professor at Berkeley in California, as well as a regular on the public lecture and debate circuit. Hitchens loved what he called “disputation” – there was little difference between his public and private speaking styles – and America, a more oral culture than Britain’s, offered ample opportunity. When his final break with the left came, it seemed to some as though the Pope had announced he was no longer a Catholic. His support for Bush’s war in Iraq – which he never retracted – and his vote for the president in 2004, were even bigger shocks, and some suspected a psychological need, as the first male Hitchens never to wear uniform, to prove his manhood. But Hitchens, in many respects a traditionalist, was never a straightforward lefty. He abstained in the UK’s 1979 election, admitting he secretly favoured Thatcher and hoped for an end to “mediocrity and torpor”.

The Ayatollah Khomeini’s fatwa, issued in 1989 against his friend Salman Rushdie, was, in Hitchens’s mind, as important in exposing the left’s “bad faith” as 9/11. He supported, albeit belatedly, the first Gulf war, demanded Nato intervention in Bosnia, and refused to sign petitions against sanctions on Saddam Hussein’s Iraq. Hitchens, though, did not deny he had changed. He became, if truth be told, a bit of a blimp and ruefully remarked – with the quiet self-irony that often underlay his bombastic style – that he sometimes felt he should carry “some sort of rectal thermometer, with which to test the rate at which I am becoming an old fart”.

But, he insisted, he wasn’t making a complete about-turn. Though no longer a socialist, he was still a Marxist, and an admirer of Lenin, Trotsky and Che Guevera; capitalism, the transforming powers of which Marx recognised, had proved the more revolutionary economic system and, politically, the American revolution was the only one left in town. He remained committed to civil liberties. After voluntarily undergoing waterboarding, he denounced it as torture, and he was a plaintiff in a lawsuit against Bush’s domestic spying programme. He never let up in his “cold, steady hatred … as sustaining to me as any love” of all religions.

Other things were unchanging. Hitchens’s life was full of feuds with old friends. He broke with the Clinton aide Sidney Blumenthal who, before a congressional committee, denied spreading calumnies about Monica Lewinsky. Hitchens, earning himself the sobriquet “Snitchens”, signed affidavits testifying that Blumenthal had, in his hearing, indeed smeared the president’s lover. His rightwing brother Peter, also a journalist, was put on non-speakers for several years after revealing a pro-red joke that Christopher once made in private. But his friendship with Amis never wavered. “Martin … means everything to me,” he once said, while “more or less” acquitting himself of carnal desire. Amis, in turn, spoke of “a love whose month is ever May” and described his friend as a rhetorician of such distinction that “in debate, no matter what the motion, I would back him against Cicero, against Demosthenes”.

Hitchens’s love affairs with alcohol and tobacco were equally constant. He smoked heavily, even on public occasions and even on TV, long after the habit – for everyone else – became unacceptable. Despite reports in 2008 that he had given up, a reporter found him getting through two cigarette packets in a morning in May 2010. As for alcohol, he drank daily, on his own admission, enough “to kill or stun the average mule”. Technically, he was probably an alcoholic but, he pointed out, he never missed deadlines or appointments. Regardless of condition, he wrote fast and fluently, if with erratic punctuation. Only rarely did alcohol make him a bore, blunt his wit or cloud his arguments: the journalist Lynn Barber rated him “one of the greatest conversationalists of our age”. Inebriated or sober, he could charm almost anybody; he could also, with what the New Yorker’s Ian Parker called “the sudden, cutthroat withdrawal of charm”, wound deeply and unnecessarily.

In the summer of 2010, during a promotional tour for Hitch-22, he was diagnosed with terminal oesophageal cancer, a disease that had killed his father at a much more advanced age. He inhabited “Tumourville”, as he called it, with rueful wit and little self-pity. “In whatever kind of a ‘race’ life may be,” he wrote, “I have abruptly become a finalist.” In the same Vanity Fair article, he observed that “I have been taunting the Reaper into taking a free scythe in my direction and have now succumbed to something so predictable and banal that it bores even me”. But he never repented of his convivial lifestyle – on the contrary, he continued to take his beloved whisky, having received no medical instructions to the contrary – and nor did he turn his rhetorical skills to persuading others to eschew his example, confining himself, in a TV interview, to the observation that “if you can hold it down on the smokes and cocktails, you may be well advised to do so”.

He continued, as well as giving valedictory newspaper and magazine interviews, to write, broadcast and participate in public debates with no discernible diminution of vigour or passion. He confronted the Catholic convert Tony Blair before an audience of 2,700 in Toronto and, by general consent, won with ease. He gave early notice that there would be no deathbed conversion to religion; if we ever heard of such a thing, he advised, we should attribute it to sickness, dementia or drugs. When believers prayed for him, he politely declared himself touched, but resolute in his atheism. He was as severe with the conventional cliches of terminal illness as he was, throughout his life, with any other form of convention.

“To the dumb question ‘Why me?’,” he wrote, “the cosmos barely bothers to return the reply, ‘Why not?’” All the same, his many friends and admirers, who do not, as one of them put it, “relish a world without Hitchens”, will be asking “why him?” today.

Hitchens was married, first, to Eleni Meleagrou, a Greek Cypriot, and then, after they divorced, to Carol Blue, an American screenwriter. Both survive him as do one son and two daughters.

Leave a Comment

Ο πολυτάραχος βίος του Έρνεστ Χέμινγουεϊ στην Ελληνοαμερικανική Ένωση

  • Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του

Ο Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ έζησε μια ζωή σαν μυθιστόρημα
Ο Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ έζησε μια ζωή σαν μυθιστόρημα   (Φωτογραφία:  Tα Νέα )

Η ίδια η ζωή του ήταν κινηματογραφική. Ένα μυθιστόρημα το οποίο έπρεπε να «ρουφήξει» ως την τελευταία σελίδα. Ο λόγος για τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τον συγγραφέα, πολεμιστή, πολεμικό ανταποκριτή (είχε καλύψει δημοσιογραφικά και τη Μικρασιατική καταστροφή), κυνηγό λιονταριών, διάσημο ψαρά, τρανό πότη και μανιώδη ταξιδευτή. Η έκθεση «Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ: Από τη ζωή στο έργο» που φιλοξενείται στην Ελληνοαμερικανική Ένωση από τις 19 Σεπτεμβρίου εξερευνά τον μύθο του σπουδαίου λογοτέχνη, 50 χρόνια μετά τον θάνατό του. Εν έτει 1977 ο Βρετανός συγγραφέας, Άντονι Μπέρτζες, έγραφε: «Δεν αρκούνταν στο να είναι απλώς εξαιρετικός κυνηγός, ψαράς, πυγμάχος και αρχι-αντάρτης. Έπρεπε να μετατρέψει τον εαυτό του σε ομηρικό μύθο, κάτι που συνεπάγεται ότι έπρεπε να προσποιείται και να λέει ψέματα, αντιμετωπίζοντας τη ζωή σαν μυθοπλασία».

Ως έφηβος, ο Χέμινγουεϊ γράφει άρθρα στην εφημερίδα του σχολείου του στο Σικάγο, ενώ όταν ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν διστάζει να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό. Ο έρωτάς του για την νοσοκόμα Άγκνες Φον Κουρόφσκι θα αποτελέσει έμπνευση για το βιβλίο του «Αποχαιρετισμός στα Όπλα». Στις ΗΠΑ συναντά την πρώτη του σύζυγο, Ελίζαμπεθ Χάντλεϊ Ρίτσαρντσον, μια γυναίκα κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του, η οποία τον συντηρεί ενώ εκείνος ασχολείται με τις συγγραφικές του απόπειρες.

Σε ηλικία 23 ετών ο συγγραφέας έρχεται και στην Ελλάδα. Φεύγει για το Παρίσι, όπου συναναστρέφεται καλλιτέχνες και λογοτέχνες. Σειρά έχει η Ισπανία, χώρα που κερδίζει την καρδιά του Χέμινγουεϊ. Το έργο του «Κι ο ήλιος ανατέλλει» είναι εμπνευσμένο από τα έργα και τις ημέρες του στην Παμπλόνα. Ο Χέμινγκγουεϊ ταξιδεύει στην Αφρική με τη δεύτερη σύζυγό του -η ήπειρος φιλοξενείται σε μυθιστορήματα και διηγήματά του. Ακολουθεί ο τρίτος γάμος του με την δημοσιογράφο Μάρθα Γκέλχορν και η εγκατάσταση στην Κούβα. Ακολουθεί ένας τέταρτος γάμος με την Μαίρη Ουέλς το 1946. Το ποτό έχει φανερές επιπτώσεις στον άλλοτε δυνατό άνδρα. Οι λογοτεχνικοί κύκλοι έχουν αρχίσει πλέον να τον θεωρούν καλλιτεχνικά «ξοφλημένο».  Ο Χέμινγκγουεϊ απαντά με τη νουβέλα «Ο γέρος και η θάλασσα», η οποία του χαρίζει βραβείο Πούλιτζερ. Η κατάθλιψή του, όμως όλο και μεγάλωνε. Στις 2 Ιουλίου του 1961, μόλις τρεις εβδομάδες προτού συμπληρώσει τα 62 του χρόνια, ο συγγραφέας σηκώνεται από το κρεβάτι, γεμίζει με σφαίρες το κυνηγετικό του δίκαννο, το τοποθετεί στο μέτωπό του και πυροβολεί, όπως ακριβώς κάνει και ο πατέρας του στις 6 Δεκεμβρίου του 1928.

Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, η Ελληνοαμερικανική Ένωση διοργανώνει μια έκθεση αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του διάσημου συγγραφέα. Ο επισκέπτης της έκθεσης θα έχει την ευκαιρία να δει φωτογραφίες που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, καθώς και οπτικοακουστικό υλικό. Το πρωτότυπο αρχειακό υλικό από την συλλογή του Μουσείου της Ελληνικής Συλλογής Νόμπελ προβάλλει πτυχές από την πολυτάραχη ζωή του, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται και το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου ο Χέμινγουεϊ επηρεάστηκε και έγραψε τα σημαντικότερα έργα του.

Η έκθεση παρουσιάζεται στην Γκαλερί της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, από τις 19 Σεπτεμβρίου έως τις 18 Οκτωβρίου 2011. Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Leave a Comment

Μην πανικοβάλλεσαι, διάβασε φιλοσοφία

 

  • ΔΟΚΙΜΙΟ
  • Ο Αλαίν ντε Μποττόν μάς δείχνει πώς οι φιλόσοφοι μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή μας, πώς μας βοηθούν να ξεπερνάμε τις αντιξοότητες και να δημιουργούμε καλύτερες συνθήκες για τον εαυτό μας
  • Ι. Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Ο Αλαίν ντε Μποττόν είναι ένας φιλόσοφος για όλους. Πολλοί μιλούν για ένα «ύφος Ντε Μποττόν» το οποίο κάνει τα γραπτά του να ξεχωρίζουν ανάμεσα σε πλήθος άλλα. Και πραγματικά πρόκειται, όπως λέει ο ίδιος, για «ένα στυλ που είναι εύκολο στην ανάγνωση και μπορεί συγχρόνως να μεταδώσει μεγάλες ιδέες με αρχοντιά και χάρη». Δεν τον ικανοποιεί ο φιλοσοφικός σημερινός λόγος γιατί είτε «είναι τελείως βαρετός ή υπερβολικά περίπλοκος ή προσπαθεί να γίνει ποπ και χαζοχαρούμενος». Τα βιβλία του- και το τελευταίο του, «Η παρηγορία της φιλοσοφίας»- διατηρούν ένα ύφος περισσότερο προσωπικό και εξομολογητικό. Ο Ντε Μποττόν ξαναγυρίζει τη φιλοσοφία στον πρωταρχικό της σκοπό: να κάνει τη ζωή μας ευκολότερη. Στο βιβλίο αυτό συνδιαλέγεται με έξι φιλοσόφους, τον Σωκράτη, τον Επίκουρο, τον Σενέκα, τον Μονταίνι, τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε, και εξηγεί με τα λόγια τους πώς μπορεί κανείς να μην απογοητεύεται στη ζωή αλλά να βρίσκει δύναμη να ξεπερνάει τις αντιξοότητες και να δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για τον εαυτό του.

  • Δεν έχεις χρήματα; Ζήτα βοήθεια από τον Επίκουρο

Δυσκολεύεσαι το πρωί να σηκωθείς. Δεν έχεις κέφι, είσαι εριστικός. Διαισθητικά κατηγορείς τη δουλειά που κάνεις. Δεν βγάζεις αρκετά χρήματα και αυτό σε καταπιέζει. Αποφασίζεις να αλλάξεις δουλειά. Την αλλάζεις, κερδίζεις περισσότερα αλλά και πάλι δεν βρίσκεις ευτυχία. Δεν έχεις χρήματα; Βρες αλλού την ευτυχία, στη φιλία και στην παρέα, στην ελευθερία, στη σκέψη, αυτό συνιστά ο Επίκουρος.

«Αν αφαιρέσω τις ηδονές της γεύσης, αν αφαιρέσω τη σεξουαλική ηδονή, αν αφαιρέσω την ηδονή της ακοής και αν αφαιρέσω τα γλυκά συναισθήματα που προκαλούνται στη θέα όμορφων μορφών… δεν γνωρίζω πώς να διανοηθώ το καλό» θα πει. Ωστόσο παράλληλα θα αναρωτηθεί: «Μπορεί κανείς να είναι ευτυχισμένος χωρίς χρήματα και πώς;». Στην ερώτηση αυτή ο Επίκουρος απαντάει με έναν κατάλογο των απαραίτητων και μη για την ευτυχία: Φυσικά και αναγκαία στοιχεία για να ζει κανείς ευτυχισμένος θεωρεί τη φιλία, την ελευθερία, τη σκέψη. Φυσικά και όχι αναγκαία πράγματα θεωρεί το μεγάλο σπίτι, τα ιδιωτικά λουτρά, τα συμπόσια και τους υπηρέτες. Ούτε φυσικά ούτε αναγκαία θεωρεί τη φήμη και την εξουσία. Ο ίδιος υποστήριξε με το παράδειγμά του αυτή τη θεωρία. Ζούσε με φίλους του εκτός των Αθηνών και απολάμβανε αυτή την παρέα. Αποφάσισαν να μην εμπλακούν στις εμπορευματικές σχέσεις της αθηναϊκής αγοράς και φρόντισαν να έχουν τον δικό τους κήπο, με τρόφιμα που τους επέτρεπαν να ζουν. Στον κήπο αυτόν γίνονταν και οι περισσότερες συζητήσεις, καθώς ο Επίκουρος και οι μαθητές-φίλοι του είχαν ως μότο ότι η σκέψη είναι το καλύτερο αγχολυτικό. Η φιλοσοφία του Επίκουρου λέει: Αν διαθέτουμε χρήματα δίχως φίλους, δίχως ελευθερία και μια μεθοδική ανάλυση της ζωής μας, δεν θα είμαστε ποτέ αληθινά ευτυχισμένοι. Ενώ αν τα διαθέτουμε αλλά στερούμαστε πλούτου, δεν θα είμαστε ποτέ δυστυχισμένοι.

  • Είσαι απογοητευμένος; Ζήτα βοήθεια από τον Σενέκα

Oλα πάνε καλά και μια μέρα μαθαίνεις ότι ένα αγαπημένο σου πρόσωπο θα πεθάνει από ανίατη ασθένεια. Πανικοβάλλεσαι. Δεν ξέρεις τι να κάνεις. Ο Αλαίν ντε Μποττόν συνιστά το παράδειγμα του Σενέκα. Να είσαι προετοιμασμένος. Οταν ο Νέρωνας έστειλε να θανατώσουν τον Σενέκα, οι φίλοι του φιλοσόφου χλώμιασαν και ξέσπασαν σε κλάματα. «Πού έχει πάει η φιλοσοφία σας;» τους ρώτησε αυτός. Σύμφωνα με τον Σενέκα στον πυρήνα κάθε απογοήτευσης βρίσκεται μια βασική δομή: η σύγκρουση της επιθυμίας με τη σκληρή πραγματικότητα. Πίστευε ότι υπομένουμε ευκολότερα εκείνες τις απογοητεύσεις για τις οποίες έχουμε προετοιμαστεί. Γλιτώνουμε κατ΄ αυτόν τον τρόπο αν όχι από την απογοήτευση, τουλάχιστον από το σύνολο των ολέθριων συναισθημάτων που τη συνοδεύουν. Ετσι αποφεύγουμε την οργή. Ο βαθμός αρνητικής αντίδρασής μας σε διάφορες περιστάσεις σημαίνει ότι δεν έχουμε εκλογικεύσει ότι αυτές μπορεί να μας συμβούν. Αποφεύγουμε το σοκ. Ενα αεροπλάνο πέφτει, γίνεται ένας σεισμός. Ας δεχθούμε, λέει ο Σενέκας, ότι η τύχη πάει χωρίς πρόγραμμα σαν τη θεά Φορτούνα. Μπορεί μια καταστροφή να μας πλήξει, μπορεί και όχι. Κανένας δεν σου έχει υποσχεθεί ότι τίποτε ανάποδο δεν θα συμβεί στη ζωή σου. Δέξου αυτή την απλή αλήθεια για να είσαι προετοιμασμένος. Απαντάς στην αδικία. Κάτι συμβαίνει και αισθάνεσαι αδικημένος, αν και θεωρείς ότι ενεργείς ορθά. Το αποδίδεις στην αδικία ή πιστεύεις ότι έκανες κάτι κακό, γι΄ αυτό τιμωρείσαι. Μπορούμε να είμαστε δυστυχισμένοι ή ευτυχισμένοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ευθύνεται για αυτό η δικαιοσύνη. Προετοιμασμένος επίσης μπορείς να αντιμετωπίσεις το άγχος ή τη χλεύη. Ο καθησυχασμός είναι το χειρότερο αντίδοτο σε ό,τι συμβαίνει.

  • Αισθάνεσαι ανικανότητα σεξουαλική; Ζήτα βοήθεια από τον Μονταίνι

A ν αισθάνεσαι σεξουαλικά ανίκανος, η μόνη λύση είναι να το παραδεχθείς για να αποενοχοποιηθείς. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποία καταλήγει ο Αλαίν ντε Μποττόν μελετώντας τον Μονταίνι. Ο περίφημος για τα δοκίμιά του φιλόσοφος του 16ου αιώνα Μονταίνι είχε παρατηρήσει ότι οι άνδρες πολλές φορές έπεφταν σε μεγάλη απογοήτευση όταν δεν είχαν στύση και δεν μπορούσαν να χαρίσουν ερωτική ευτυχία στο ταίρι τους. Κάποιοι μάλιστα είχαν τέτοιο άγχος που αυτοευνουχίζονταν για να απελευθερωθούν από αυτό. Ο Μονταίνι διδάσκει ότι «η πλέον αλλόκοτη αναπηρία μας είναι να περιφρονούμε την ύπαρξή μας… οφείλουμε να σταματήσουμε τον πόλεμο με το περίπλοκο σωματικό μας περίβλημα και να μάθουμε να το αποδεχόμαστε ως αμετάβλητο στοιχείο της κατάστασής μας, κάτι όχι τόσο φριχτό ούτε τόσο ταπεινωτικό». Αναφερόμενος ο φιλόσοφος σε έναν φίλο του που η στύση του τον εγκατέλειψε λίγο πριν από τη διείσδυση, πρότεινε «να δεχθεί κανείς την απώλεια ελέγχου του πέους ως άκακη πιθανότητα στον έρωτα», ώστε αν παραδεχθεί και εξομολογηθεί στην ερωτική του σύντροφο και στον εαυτό του εκ προοιμίου την αδυναμία του τότε η ψυχική του ένταση θα ανακουφιστεί και- όταν το κακό θα έφτανε, όπως το περίμενε- η ευθύνη του θα μειωνόταν και θα τον βάραινε λιγότερο.

  • Δεν καταλαβαίνεις ένα βιβλίο; Ζήτα, και πάλι, βοήθεια από τον Μονταίνι

Διαβάζεις ένα βιβλίο και δεν καταλαβαίνεις απολύτως τίποτε. Σκέφτεσαι: Είμαι ανίκανος να καταλάβω τη σοφία του συγγραφέα, δεν γνωρίζω πολλά πράγματα στη ζωή μου. Ο Μονταίνι είχε διαφορετική γνώμη: Κλείσε το βιβλίο αν σου φαίνεται ανόητο ή ακατανόητο. Οταν ο Μονταίνι διάβαζε ένα βιβλίο που δεν το καταλάβαινε, σκεφτόταν ότι είτε ο συγγραφέας είναι ανίκανος να είναι ξεκάθαρος είτε ο ίδιος είναι ανόητος.

Ξεκινούσε από το πρώτο, μια και είχε παρατηρήσει ότι «η δυσκολία είναι ένα νόμισμα που χρησιμοποιούν οι μορφωμένοι, όπως οι παπατζήδες, για να μην αποκαλύπτεται η ματαιότητα των τεχνασμάτων τους, και αυτό το νόμισμα το αποδέχεται εύκολα η ανθρώπινη βλακεία». Το να γράφεις απλά απαιτεί θάρρος, κατά τον Μονταίνι. Κοιτάζοντας γύρω του τα όπως και σήμερα ακαταλαβίστικα ακαδημαϊκά έργα, αναρωτιέται αν η πλειονότητα των πανεπιστημιακών λογίων θα είχε εκτιμήσει τον Σωκράτη με τον καθαρό και απόλυτα κατανοητό λόγο του. Το σημαντικό σε ένα βιβλίο είναι η χρησιμότητά του και η καταλληλότητά του. Δεν έχει σημασία τόσο πολύ να μεταφέρεις με ακρίβεια τι έγραψε ο Πλάτωνας όσο το να κρίνεις αν αυτά που είπε έχουν ενδιαφέρον και μπορούν μέσα στη νύχτα να μας βοηθήσουν με τις αγωνίες και τη μοναξιά μας. Και μια εντελώς επίκαιρη παρατήρηση του Μονταίνι: «Περισσότερα είναι τα βιβλία για τα βιβλία, παρά για όποιο άλλο θέμα: δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να αλληλο-υπομνηματιζόμαστε. Ολα είναι ένα σμάρι από σχόλια: από συγγραφείς όμως υπάρχει μεγάλη έλλειψη».

  • Αντιμετωπίζεις δυσκολίες; Ζήτα βοήθεια από τον Νίτσε

Bρίσκεσαι μπροστά σε αξεπέραστες δυσκολίες στη ζωή σου. Νομίζεις ότι έχεις «τελειώσει». Η εύκολη λύση είναι να τα παρατήσεις. Αντίθετα, ο Νίτσε σού δίνει μιαν άλλη προοπτική: Εκμεταλλεύσου τις δυσκολίες. Ανάπτυξε τα πάθη σου.

Πάρε αφορμή από αυτά για να δημιουργήσεις μια καλύτερη ζωή. Ολες οι ζωές έχουν δυσκολίες. Αυτό που τις διακρίνει είναι ο τρόπος που αποφασίζεις να τις αντιμετωπίσεις. Κάθε βάσανο είναι ένα ακαθόριστο σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά, και μπορεί να επιφέρει καλό ή κακό αποτέλεσμα, ανάλογα βέβαια με την ευθυκρισία και την πνευματική δύναμη του παθόντος. Το άγχος μπορεί να προκαλέσει πανικό ή μια ενδελεχή ανάλυση σχετικά με το τι πήγε στραβά. Η αίσθηση αδικίας μπορεί να οδηγήσει στον φόνο ή σε ένα ριζοσπαστικό έργο οικονομικής θεωρίας. Ο φθόνος ίσως οδηγήσει στην πικρία ή στην απόφαση να ανταγωνιστείς έναν αντίπαλο δημιουργώντας ένα αριστούργημα. Η τέχνη της ζωής επαφίεται στην εκμετάλλευση των αντιξοοτήτων. Ο Νίτσε αναφέρει ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Κοιτάζεις τον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και νομίζεις ότι αντικαθρεφτίζει την ηρεμία στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Λάθος. Οι αρχαίοι Ελληνες, μας λέει ο Νίτσε, επέτρεπαν στα πάθη τους να υπάρχουν μέσα στην κοινωνία. Και κατέληγε: Οσο πιο μεγάλα και φοβερά είναι τα πάθη που μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της μια εποχή, ένας λαός, ένα άτομο, επειδή είναι σε θέση να τα χρησιμοποιήσει ως μέσα, τόσο υψηλότερα στέκεται η κουλτούρα της».

  • Τρως χυλόπιτα; Ζήτα βοήθεια από τον Σοπενχάουερ

Eίσαι στο βαγόνι του τρένου και προσπαθείς να αποσπάσεις το βλέμμα της ωραίας κοπέλας που κάθεται απέναντί σου. Οσο την παρατηρείς τόσο νιώθεις ότι είναι φτιαγμένη για σένα. Γνωρίζεσαι μαζί της αλλά στο τέλος «τρως χυλόπιτα». Πέφτεις στα τάρταρα. Νομίζεις ότι ο ήλιος έσβησε γύρω σου. «Μην κάνεις έτσι» θα σου πει ο Σοπενχάουερ.

«Υπάρχουν κι άλλες γυναίκες». Ο Σοπενχάουερ δηλώνει: «Δεν είμαστε κληρονομικά μη ερωτεύσιμοι, ο χαρακτήρας μας δεν είναι αποκρουστικός, ούτε το πρόσωπό μας απεχθές. Μια μέρα θα συναντήσουμε κάποιον που θα μας θεωρήσει υπέροχους και θα αισθανθεί εξαιρετικά φυσικός και ανοικτός μαζί μας. Με τον καιρό θα μάθουμε να συγχωρούμε όσους μάς απορρίπτουν». Ο Σοπενχάουερ πιστεύει ότι υπάρχει μια ακατανίκητη δύναμη που έλκει δύο πρόσωπα, τις πιο πολλές φορές εν αγνοία τους. Η δύναμη αυτή, που την ονόμαζε «θέληση για ζωή» (Wille zum leben), είναι μια έμφυτη παρόρμηση του ανθρώπου να παραμείνει ζωντανός και να αναπαραχθεί. Αν και ο Σοπενχάουερ ήταν ο κατ΄ εξοχήν πεσιμιστής φιλόσοφος που έζησε μια ζωή μέσα στην κατάθλιψη, εν τούτοις πίστευε ότι η θέληση για ζωή είναι αυτή που σώζει τον καταθλιπτικό, τον ασυγκίνητο, τον μισογύνη. Ενα σφάλμα υπάρχει στη σκέψη μας, κατά τον Σοπενχάουερ, ότι πιστεύουμε πως υπάρχουμε για να είμαστε ευτυχισμένοι. Αν ρίξουμε μια ματιά στους ηλικιωμένους, θα καταλάβουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Οι νέοι πιστεύουν ότι δίπλα τους αιωρούνται οράματα ευτυχίας που ανά πάσα στιγμή μπορούν εύκολα να τα πιάσουν. Αν μπορούσαμε να διδάξουμε στους νέους ότι η ζωή έχει πολλά να τους προσφέρει, θα τους κάναμε περισσότερο ανθεκτικούς στις αναποδιές.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artid=381350&dt=30/01/2011#ixzz1CXMMIIhD

Leave a Comment

Ο Τολστόι είναι ακόμα αφορεσμένος

  • Διαμάχη ξέσπασε στη Ρωσία ανάμεσα σε διανοουμένους και Εκκλησία

Ενα αιώνα μετά το θάνατό τού, ο συγγραφέας του «Πόλεμος και Ειρήνη» ξαναδημιουργεί τον ντόρο που προκάλεσε με τη ζωή του.

Πριν από λίγους μήνες, ο πρώην πρωθυπουργός της Ρωσίας Σεργκέι Στεπάσιν ανέλαβε να αποκαταστήσει μία από τις πιο αγαπητές φιγούρες στη ρωσική Ιστορία, αυτή του Λ. Τολστόι. Οι διανοούμενοι της χώρας κατηγορούν τη ρωσική Εκκλησία πως έβαλε στη μαύρη λίστα έναν εθνικό ήρωα, θεωρώντας ότι με το έργο του επιτάχυνε την άνοδο των Μπολσεβίκων στην εξουσία.

Ακόμα και το δράμα του θανάτου του, μακριά από το σπίτι του, ξαναπροβλήθηκε και συζητήθηκε στα ρωσικά μίντια με τις λεπτομέρειες που συνήθως απολαμβάνει κανείς σε κακό ριάλιτι.

Ο Στεπάσιν ζήτησε γραπτώς από την Εκκλησία να ακυρώσει τον 110 ετών αφορισμό του Τολστόι. Η Εκκλησία απάντησε μέσω εφημερίδας πως τα έργα του είναι «αξέχαστα και υπέροχα» και «οι χριστιανοί ορθόδοξοι αναγνώστες τους μπορούν να προσεύχονται για την ψυχή του την επέτειο του θανάτου του». Αλλά ότι «εσκεμμένα χρησιμοποίησε το ταλέντο του για να καταστρέψει το παραδοσιακό πνεύμα της Ρωσίας και την κοινωνική τάξη… και δεν ήταν τυχαίο πως ο Λένιν λάτρευε τον Τολστόι…». Οπότε απαγορεύεται να του ανάβουν κεριά μέσα στους ναούς και να προσεύχονται ανοιχτά γι’ αυτόν.

Το κράτος κράτησε τις αποστάσεις του. Στο παρελθόν ο Τολστόι τοποθετήθηκε από τους Σοβιετικούς άρχοντες στην κορυφή του πολιτισμικού πάνθεου, βαπτίστηκε «καθρέφτης της επανάστασης» και οι προετοιμασίες για τον εορτασμό των πενήντα χρόνων από το θάνατό του κράτησαν 2 ολόκληρα χρόνια.

Το σύγχρονο ρωσικό κράτος, όμως, το 2010 προτίμησε να γιορτάσει τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Τσέχοφ με τον πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβιέντεφ να επισκέπτεται τη γενέτειρά του. Και δεν συμμετείχε καν σαν χρηματοδότης στην ταινία του Μάικλ Χόφμαν για τον Τολστόι «The Last Station» (2009). Γυρίστηκε στη Γερμανία από Αμερικανό σκηνοθέτη, με Βρετανούς ηθοποιούς (Κρίστοφερ Πλάμερ, Ελεν Μίρεν). Ο παραγωγός της, Αντρέι Κοντσαλόφσκι, χτύπησε κάθε επίσημη πόρτα και τελικά έβαλε τα δικά του λεφτά, δηλώνοντας στην πρεμιέρα: «Εκπροσωπώ τη Ρωσία».

«Κάθε πολιτική εξουσία προσπαθεί να προσαρμόσει μεγάλους άνδρες στις ανάγκες της. Η σημερινή δεν το κάνει, είτε γιατί δεν είναι αρκετά έξυπνη είτε γιατί έχει τέτοια αυτοπεποίθηση που νιώθει πως δεν χρειάζεται», δηλώνει ο τρισέγγονος του Τολστόι, Βλαδίμηρος, στους «Νιου Γιορκ Τάιμς». Ο 48χρονος διανοούμενος επιβλέπει το μουσείο Τολστόι στο κτήμα Γιασνάγια Πολιάνα, προσφέρει το κύρος του ονόματος και της κληρονομιάς του σε κυβερνητικούς αξιωματούχους και αγωνίζεται να αποκαταστήσει το όνομα του προγόνου του. Α, και μεταξύ άλλων έχει δουλέψει για μία από τις προεκλογικές καμπάνιες του Πούτιν. Κάτι που ίσως υπονοεί πως, μπροστά στον Τολστόι, ακόμη και ο Πούτιν δεν νιώθει τέτοια αυτοπεποίθηση.

  • ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΣ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Leave a Comment

Πέθανε η μεγάλη ελληνίστρια και ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί

  • Σε ηλικία 97 ετών
Το 1988 η Ζακλίν ντε Ρομιγί έγινε η δεύτερη εκλεγμένη γυναίκα μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας

Η μεγάλη ελληνίστρια και ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγί, η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του College de France, πέθανε το Σάββατο σε ηλικία 97 ετών.

Τον θάνατό της ανακοίνωσε την Κυριακή ο εκδότης της, Μπερνάρ ντε Φαλουά. «Ήταν άρρωστη από καιρό, παρ’ όλα αυτά είναι ένα πολύ μεγάλο σοκ» τόνισε.

Ακαδημαϊκός η Ζακλίν ντε Ρομιγί άφησε πίσω της εκτός των άλλων ένα σημαντικό έργο για την Αθήνα του 5ου αιώνα απ’ όπου «ξεκίνησαν όλα»: η φιλοσοφία, η ιστορία, η τραγωδία, η κωμωδία, οι σοφιστές.

Γεμάτη θαυμασμό για την εποχή εκείνη, μελέτησε πολύ Θουκυδίδη, που τη γοήτευσε με την ωραιότητα και την ευαισθησία του λόγου του, τον οποίο αποκαλούσε «έναν από τους άνδρες της ζωής της», καθώς επίσης τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Ευριπίδη.

Όσοι συνάντησαν αυτήν τη μικροκαμωμένη γυναίκα με τα μπλε μάτια και τα λευκά μαλλιά, διαπίστωσαν ότι τα ελληνικά την έκαναν ευτυχισμένη, ότι τη διέκρινε μια βαθιά εσωτερική γαλήνη και ότι ήταν ένας άνθρωπος παθιασμένος και με χιούμορ παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ήταν τυφλή.

Η Ζακλίν ντε Ρομιγί γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1913 στην πόλη Σαρτρ. Ο Εβραίος πατέρας της σκοτώθηκε στο μέτωπο όταν η Ζακλίν ήταν ενός έτους. Τη μεγάλωσε η μητέρα της, μυθιστοριογράφος.

Η Ζακλίν ντε Ρομιγί σπούδασε Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά στο Lycee Moliere. Σε ηλικία μόλις 17 ετών, το 1933, γίνεται η πρώτη γυναίκα υποψήφια στο Concours General της Γαλλίας (γενικές εξετάσεις για αριστούχους), ύστερα η πρώτη γυναίκα καθηγητής στο περίφημο College de France και η δεύτερη γυναίκα ακαδημαϊκός στη Γαλλική Ακαδημία, μετά την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.

Μεταφράστρια των Ελλήνων κλασικών στα γαλλικά η Ζακλίν ντε Ρομιγί, δημοσίευσε πλήθος μελετών για την αρχαία ελληνική γραμματεία και ιστορία ενώ δίδαξε ως καθηγήτρια της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στα πανεπιστήμια της Λιλ, της Σορβόνης και στο College de France.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας της διατέλεσε διδάκτωρ σε μερικά από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ανάμεσα στα οποία αυτά της Οξφόρδης, των Αθηνών, του Δουβλίνου, του Μόντρεαλ και του Γέιλ.

Το 1995 της δόθηκε η ελληνική υπηκοότητα και το 2001 ανακηρύχθηκε πρέσβειρα του Ελληνισμού.

«Είναι μια μεγάλη απώλεια για τη χώρα μας. Ήταν μια γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στην ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό γιατί θεωρούσε ότι ήταν μια εκπαίδευση στην κατανόηση της ελευθερίας του ατόμου, στην προσήλωση στη δημοκρατία» δήλωσε η Ελέν Καρέρ ντ’ Ανκός, ισόβια γραμματέας της Γαλλικής Ακαδημίας.

«Υπέφερε πολύ εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια από το γεγονός ότι έβλεπε να φθίνει η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και αυτό τής προκαλούσε τεράστιο πόνο» πρόσθεσε η Ντ’ Ανκός, η οποία πιστεύει ότι ο καλύτερος φόρος τιμής για την Ζακλίν ντε Ρομιγί «θα ήταν να δοθεί εφεξής μεγαλύτερη σημασία στην ελληνική γλώσσα, την οποία υποστήριξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη χώρα μας». [Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ/Γαλλικό]

Leave a Comment

Ο φόβος ως εργαλείο. Η ανάλυση του φαινομένου

  • COREY ROBIN
  • Φόβος. Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας
  • μετ: Ιουλία Πεντάζου
  • εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 407

Η ιστορία του φόβου ως ιδέας είναι η ιστορία ενός πολιτικού φαινομένου. Η προσπάθεια απόκρυψης της πολιτικής διάστασης του φόβου είναι μια προσπάθεια απόκρυψης των πραγματικών αιτίων του και των ωφελούμενων απ’ αυτό το φαινόμενο. Ο Αμερικανός Corey Robin, αναπληρωτής καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Brooklyn College και το Graduate Center του City University της Νέας Υόρκης, κριτικός του συντηρητισμού, ριζοσπάστης φιλελεύθερος και αρθρογράφος εντοπίζει τις αιτίες του πολιτικού φόβου στην αυξανόμενη ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων και προσδιορίζει τους ωφελούμενους από την καλλιέργεια του φόβου ως πολιτικού εργαλείου στις κυρίαρχες ελίτ, αλλά ακόμη και στους ακτιβιστές της αντι-παγκοσμιοποίησης. Η περιγραφή των πολιτικών μεθόδων που χρησιμοποιούν τα εργαλεία του φιλελεύθερου κράτους (σύνταγμα και ελεύθερη αγορά) για να καλλιεργήσουν και να εκμεταλλευθούν αυτόν τον φόβο και του φόβου που παράγεται στον εργασιακό χώρο των αμερικανικών επιχειρήσεων, συνθέτουν μια εντυπωσιακή εικόνα της σύγχρονης αμερικανικής πραγματικότητας.

Το βιβλίο αυτό στην Ελλάδα αξίζει να διαβαστεί για δύο κυρίως λόγους.

Ο πρώτος γιατί καταρρίπτει τον ψυχολογισμό ως μέθοδο εξήγησης των κοινωνικών φαινομένων. Ο ελληνικός δημοσιογραφικός και επιστημονικός λόγος, στην προσπάθειά του να εξηγήσει φαινόμενα όπως ο λαϊκισμός, η αγάπη και το μίσος για το κράτος, οι πελατειακές σχέσεις, καταφεύγει σε ψυχολογίζουσες ερμηνείες.

Ο Ρόμπιν αντιθέτως εξηγεί για παράδειγμα την αμερικανική εκδοχή του φόβου με πολιτικά κριτήρια και όχι με την επίκληση του ναρκισσιστικού άγχους και της μοναξιάς του ατόμου. Ετσι, εντοπίζει δύο είδη πολιτικού φόβου. Ο πρώτος είναι ο φόβος που γεννούν οι απειλές\u0387 και ο δεύτερος αφορά τον φόβο των λιγότερο ισχυρών έναντι των ισχυρών και αντιστρόφως.

Ο δεύτερος λόγος που αξίζει να διαβαστεί αυτό το βιβλίο είναι γιατί ασκεί μια κριτική στον σημερινό φιλελευθερισμό, έχοντας όμως ως πυξίδα του τις αρχές του κλασικού φιλελευθερισμού, αλλά και τις ιδέες των Rawls, Dworkin. Αρχές, οι οποίες αντιθέτως απ’ όσα πολλοί διαδίδουν στη χώρα μας, συνδέονται άμεσα με τα αιτήματα της ελευθερίας, αλλά και της ισότητας.

Το όλο σκηνικό για τη μελέτη του φόβου ως πολιτικού φαινομένου το στηρίζει στις ιδέες τεσσάρων κλασικών στοχαστών, όπως είναι οι Χομπς, Μοντεσκιέ, Τοκβίλ και Χάνα Αρεντ.

Ο Χομπς πρώτος διατύπωσε μια συνεκτική πολιτική θεώρηση του φόβου αποδεικνύοντας πως για την παραγωγή του φόβου απαιτείται η συνδρομή των ιεραρχικά ανώτερων τάξεων, των νόμων και της εκπαίδευσης. Σε αντιδιαστολή με τον χομπσιανό φόβο, ο κατά Μοντεσκιέ τρόμος δεν είναι αποτέλεσμα των νόμων και των θεσμών, αλλά συνέπεια της πολιτικής αυθαιρεσίας του δεσπότη. Και για τους δύο όμως ο φόβος αποτελεί μια πολιτική διαδικασία στην υπηρεσία αυτών που ακούν εξουσία. Μόνο με τον Τόκβιλ και αργότερα με την Αρεντ ο πολιτικός φόβος αποπολιτικοποιείται και αποδίδεται στη μοναξιά και το άγχος του νεωτερικού ατόμου (Τοκβίλ) ή στον απόλυτο τρόμο που προκαλεί η κοινοτοπία του κακού (Αρεντ).

Ανεξάρτητα από τις όποιες διαφωνίες μπορεί να προκαλέσει για επιμέρους αναφορές του ο Ρόμπιν, σπάνια συναντά κανείς μια τόσο ριζοσπαστική κριτική του φιλελευθερισμού από φιλελεύθερες θέσεις.

  • Του Γιωργου Σιακανταρη, Η Καθημερινή, Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Corey Robin

Associate Professor
Department: Political Science
Location: 3405 James Hall
Phone: 718-951-5000 x1752
Fax: 718-951-4833 

Corey Robin is an associate professor of political science at Brooklyn College and the Graduate Center (CUNY). He is the author of Fear: The History of a Political Idea (Oxford University Press), which won the Best First Book in Political Theory Award from the American Political Science Association. Fear has been cited as “recommended reading” by the New York Times and “one of the best books of 2004″ by Publishers Weekly. It has been translated into French, Italian, Russian, Chinese, Spanish, Romanian, and Greek. Robin’s articles have appeared in American Political Science Review, The New York Times, and The Washington Post. He also writes for The London Review of Books, The Nation, and Raritan. Robin has received grants and fellowships from the Russell Sage Foundation, the American Council of Learned Societies, Princeton University’s Center for Human Values, and NYU’s International Center for Advanced Study.

Education:
Ph.D., Yale University – 1999 (Political Science)

A.B., Princeton University – 1989 (History)

Areas of Expertise:
Robin’s primary research is in political theory, with an emphasis on modern political thought. He has written on the uses of fear in politics and on political repression and counterrevolution. He is currently interested in the development of conservative thought.

Books and Publications
“Conservatism and Counterrevolution.” Raritan (Summer 2010), pp. 1-17. (Books and Publications: Other Article) 2010

“Garbage and Gravitas.” On Ayn Rand and her affinity for fascism and kitsch. The Nation (06/07/10), pp. 21-27. (Books and Publications: Other Article) 2010

“Get Over It!” On Justice Antonin Scalia and originalism. London Review of Books (06/10/10), pp. 29-31. (Books and Publications: Other Article) 2010

“You Say You Want a Counterrevolution: Well, You Know, We All Want to Change the World.” In A Century of Revolution: Insurgent and Counterinsurgent Violence during Latin America’s Long Cold War, ed. Greg Grandin and Gilbert M. Joseph. Durham: Duke University Press, 2010. (Books and Publications: Chapter) 2010

“The First Counterrevolutionary.” On Hobbes, Quentin Skinner, and the politics of counterrevolution. The Nation (10/19/09), pp. 25-32. Translated into Latvian: “Pirmais kontrrevolucionārs.” ¼ Satori: Literatūras un filozofijas portāls (10/15/09). (Books and Publications: Other Article) 2009

“Out of Place.” Review essay of Barry Goldwater, The Conscience of a Conservative; Rightward Bound: Making America Conservative in the 1970s, ed. Bruce J. Shulman and Julian E. Zelizer; and Jacob Heilbrunn, They Knew They Were Right. The Nation (06/23/08), pp. 25-33. (Books and Publications: Other Article) 2008

“Dragon-Slayers.” Review essay on Hannah Arendt. London Review of Books (January 4, 2007) pp. 18-20. Adapted and reprinted as “Did Kissing up Bring Us Down?” Los Angeles Times (January 14, 2007), p. M3.
(Books and Publications: Other Article) 2007

“Language and Violence: From Pathology to Politics.” Raritan (Fall 2006), pp. 41-51. (Books and Publications: Other Article) 2006

“Was he? Had he?” Review essay on civil liberties and the war on terrorism. London Review of Books (October 19, 2006), pp. 10-12. (Books and Publications: Other Article) 2006

“Liberalism at Bay, Conservatism at Play: Fear in the Contemporary Imagination.” Social Research 71 (Winter 2004), pp. 927-62. (Books and Publications: Peer Reviewed Article) 2004

“Remembrance of Empires Past: 9/11 and the End of the Cold War.” In Cold War Triumphalism: The Misuse of History after the Fall of Communism, ed. Ellen Schrecker (The New Press, 2004), pp. 274-97. Adapted and reprinted in the Washington Post and the Boston Review. Translated into Spanish and Italian. (Books and Publications: Chapter) 2004

Fear: The History of a Political Idea. New York: Oxford University Press, 2004. Translated into Italian (2005) and French (2006). Translations into Spanish, Greek, Chinese, and Romanian forthcoming. (Books and Publications: Book) 2004

“Reflections on Fear: Montesquieu in Retrieval.” American Political Science Review 94 (June 2000), pp. 347-60. (Books and Publications: Peer Reviewed Article) 2000

Awards, Honors and Fellowships
Fellowship, American Council of Learned Societies, 2007-8. (Grants and Fellowships) 2007

Fellowship, Shelby Cullom Davis Center for Historical Studies, Princeton University, 2007-8 (declined). (Grants and Fellowships) 2007

Fellowship, Woodrow Wilson International Center for Scholars, 2007-8 (declined). (Grants and Fellowships) 2007

Frederick Burkhardt Fellowship for Recently Tenured Scholars, American Council of Learned Societies, 2007-8 (declined). (Grants and Fellowships) 2007

Laurance S. Rockefeller Visiting Fellowship, Princeton University Center for Human Values, 2007-08. (Grants and Fellowships) 2007

Best First Book in Political Theory Award, American Political Science Association. (Awards and Honors) 2005

Honorable Mention, Outstanding Book Award, Gustavus Myers Center for the Study of Bigotry and Human Rights. (Awards and Honors) 2005

Outstanding Academic Title, Choice (Awards and Honors) 2005

Presidential Authority Award, Russell Sage Foundation, 2005-6. (Grants and Fellowships) 2005

Conferences, Seminars and Symposiums
“Easy to Be Hard: Violence and Conservatism.” Amherst College (February 2009); Stanford University (May 2009); New School (September 2009). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2009

“In Search of Conservatism: From Edmund Burke to Sarah Palin.” Rutgers University (April 2009). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2009

Respondent to Martin Jay, “The Virtues of Mendacity: On Lying in Politics.” The Lionel Trilling Seminar, Columbia University (October 2008). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2008

“The Language of Fear: National Security in Modern Politics.” John L. Stanley Memorial Lecture. Department of Political Science, University of California at Riverside (February 2007). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2007

“The Moral Vocabulary of Fear.” Killen Chair Lecture/St. Norbert College (October 2007); Columbia Law School (October 2007); European University Institute (Florence, Italy, November 2007). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2007

“You Say You Want a Counterrevolution: Well, You Know, We All Want to Change the World.” Princeton University (November 2007); Rutgers University (November 2007). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2007

“Fear, the Day After.” Rothermere American Institute, University of Oxford (November 2006). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2006

“Quel rôle joue la peur dans une démocratie?” Institut d’études politiques de Paris (March 2006). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2006

“The Globalization of Fear.” European Forum for Urban Safety. Zaragoza, Spain (November 2006). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2006

“Louis Hartz at 50: On the Varieties of Counterrevolutionary Experience in America.” Department of Political Science, University of Pennsylvania. (November 2005). Also presented at University of Maryland School of Law (March 2006), CUNY Graduate Center (March 2006), and Syracuse University (April 2006). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2005

“Neoconservatives and their Empire.” Varchi Contemporary History Festival. Rome, Italy (October 2005). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2005

“The Liberalism — and Conservatism — of Fear.” Department of Political Science, McGill University (December 2005). Also presented at Department of Political Science, UC Irvine (January 2006). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2005

“Fear: History of an Idea.” Cambridge University (November 2004). Also presented at Christ Church, University of Oxford (November 2004); Graduate Center of the City University of New York (February 2005). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2004

“Liberalism at Bay, Conservatism at Play: Fear in the Contemporary Imagination.” Massachusetts Institute of Technology (October 2004). Also presented at Duke University (October 2004) and King’s College, University of London (November 2004). (Conferences, Seminars and Symposiums: Invited Talk) 2004

Leave a Comment

Φόβος των μαζών και πολιτική εξουσία

  • Ενα βιβλίο για τις περιόδους κρίσεως
  • Της Μαγδαληνης Tσεβρενη, Η Καθημερινή, Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010
  • ETIENNE BALIBAR: Ο φόβος των μαζών. Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ, μτφρ.: Τάσος Μπέτζελος, εκδ. Πλέθρον

Σε περιόδους πολιτικής κρίσης, το πλήθος μετατρέπεται εύκολα σε μάζα και φανερώνει μία δύναμη που σε άλλους καιρούς δεν υποψιαζόμαστε ότι υπάρχει. Η μάζα έχει πολιτική δύναμη, την οποία μπορεί να εκδηλώσει ακόμα και με βία· έχει επίσης τη δύναμη να τρομοκρατεί, ενώ την ίδια στιγμή μπορεί κι αυτή να τρομοκρατηθεί, και στις δύο περιπτώσεις όμως, η μάζα κινείται σαν να πρόκειται για ένα σώμα, σαν ένα υποκείμενο. Με ή χωρίς ηγεσία, το πλήθος άλλες φορές έχει ταυτότητα και άλλες φορές όχι, άλλες φορές δημιουργεί κι άλλες καταστρέφει, άλλοτε επικροτεί την πολιτική κατάσταση κι άλλοτε απειλεί να την καταλύσει. Σε ποιες περιπτώσεις, όμως, η μάζα είναι πιο τρομακτική, αυτό εξαρτάται από την οπτική γωνία που την κοιτάζουμε και τη δυναμική της συμμετοχής μας σ’ αυτή.

Ο θεωρητικός λόγος έχει πάντοτε πολιτικό χαρακτήρα, ακόμα κι όταν δεν είναι στρατευμένος, μπορεί να υποθάλπει συγκεκριμένα πολιτικά επιχειρήματα και απόψεις. Οι λέξεις που επιλέγονται για να εκφράσουν κάποια παραίνεση ή για να επιδιώξουν κάποια συναίνεση, ακόμα και για να τρομοκρατήσουν ή να καθυποτάξουν, έχουν τη δική τους, ανυπολόγιστη βαρύτητα. Ο λόγος κρύβει πολλές αντιφάσεις που μόνο προσωρινά μπορούν να αντιμετωπιστούν, ενώ μια διαλεκτική αντιμετώπιση των αντιφάσεων του λόγου μπορεί, ιδωμένη από άλλη απόσταση, να μας δείξει ότι ακόμα και οι θεσμικές διαδικασίες μπορεί να στηρίζονται στις αυταπάτες ή στα τεχνάσματα του λόγου, με μία ευρεία έννοια. Η απάντηση όμως στο αν υπάρχει –ή όχι– είτε αυτό το «εμείς» είτε το συστατικό του «εγώ», ή αν πρόκειται για ένα ακόμα πολιτικό παιχνίδι, εξαρτάται από τη θέση ισχύος από την οποία αντιμετωπίζουμε αρχικά το ερώτημα.

Η υπακοή των μαζών φαίνεται να είναι το κύριο μέλημα της πολιτικής εξουσίας σε κάθε εποχή. Επειδή όμως η υπακοή δεν έχει φυσικό χαρακτήρα ούτε και πρόκειται για μια ηθική ή λογική δέσμευση που ακολουθούμε τυφλά, πρέπει μάλλον να καλλιεργείται και φανερά ή έμμεσα να επιβάλλεται. Αυτό άλλωστε αποτελεί και ένα από τα κύρια ζητήματα της πολιτικής θεωρίας. Ο τρόπος που επιλέγεται για την επιβολή της υπακοής ως μιας έμφυτης ικανότητας του ανθρώπου, αλλά και ο τρόπος που προσδιορίζεται η έννοια της υπακοής, στη θεωρία και συνεπώς στην πράξη, μπορεί να διαφέρουν, αλλά το αποτέλεσμα παραμένει κοινό και μοιάζει να οδηγεί είτε στην υποστήριξη της κατεστημένης τάξης πραγμάτων είτε στην αποδοκιμασία της δεδομένης πολιτικής εξουσίας.

Η διαλεκτική του φόβου των μαζών, που άλλοτε είναι φοβερές κι άλλοτε φοβισμένες, εκδηλώνεται όλο και περισσότερο στις μέρες μας και μπορεί να αποτελεί ένα από τα εργαλεία της καθυπόταξης του κόσμου, μπορεί να είναι ένας περίεργος τρόπος της εμφάνισης του φόβου του θανάτου, ένα στοιχείο που παραβλέπει την ιδιομορφία των ατόμων και οδηγεί τελικά στη μοναξιά. Αυτό όμως που υπογραμμίζει τελικά ο ‚tienne Balibar στο βιβλίο «Ο φόβος των μαζών», είναι ότι το πλήθος αποτελείται από άτομα, από την υλικότητα των σωμάτων, που κάθε άλλο παρά ομοιόμορφα είναι.

Η ελευθερία και η πολυμορφία της σκέψης και της έκφρασης μπορούν ίσως να ξεπεράσουν την υποτέλεια της χρονικής και ιστορικής μας δέσμευσης στον φόβο της ομοιομορφίας και της μοναξιάς, ενώ μέσα από τη μάζα, το πολιτικό πλήθος, μπορεί να δούμε την ανάδυση της υποκειμενικότητας.

Δύο διαφορετικές εποχές, ο διαφωτισμός του Σπινόζα και η κριτική στο φροϋδομαρξισμό από τον Φουκώ, ενώνονται σ’ αυτό το βιβλίο, και τα κοινά τους στοιχεία, αν και εκ πρώτοις όψεως δεν είναι παρά ο συγγραφέας τους, στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερα. Πρόκειται για την ανάγνωση και την ερμηνεία των κειμένων των Σπινόζα, Μαρξ και Φουκώ μέσα από τους φακούς της κριτικής ματιάς του σύγχρονου Γάλλου φιλοσόφου. Τα συγκεκριμένα κείμενα που παρουσιάζονται αποτελούν κομβικά σημεία για την ανάδειξη του σύγχρονου προβληματισμού της πολιτικής θεωρίας.

Η άχρονη συζήτηση των Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ είναι εφικτή μόνο με τη φιλοσοφία, που δεν επηρεάζεται από τον χρόνο, τουλάχιστον όταν δεν αναζητά οριστικές λύσεις για τα ερωτήματα που θέτει. Αυτός ο παράδοξος διάλογος αποκτά υπόσταση στο συγκεκριμένο βιβλίο, καθώς τόσο ο Σπινόζα όσο και οι συνομιλητές του, που ανήκουν σε μια τελείως διαφορετική κοινωνικοπολιτική περίοδο, αποκτούν με τη βοήθεια του Μπαλιμπάρ τη φωνή της δικής μας εποχής.

Leave a Comment

Ποιος σκότωσε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν;

  • Το ντοκιμαντέρ του Νταβίντ Μαούας φέρνει στο φως νέα στοιχεία για τον θάνατο του Γερμανοεβραίου στοχαστή στις 26 Σεπτεμβρίου 1940
  • Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου, Η Καθημερινή, Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Βάλτερ Μπένγιαμιν, το ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Νταβίντ Μαούας, «Ποιος σκότωσε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν;» ρίχνει φως στη σκοτεινή περίοδο, και κυρίως στις τελευταίες μέρες του Γερμανοεβραίου στοχαστή, ο οποίος αυτοκτόνησε στο Πορτ-Μπου της Ισπανίας στις 26 Σεπτεμβρίου 1940. Η ταινία, που προβλήθηκε πρόσφατα στο Βερολίνο, αλλά και στις επετειακές εκδηλώσεις για τον Μπένγιαμιν, στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Βαρκελώνης, παρουσιάζει, μέσα από μαρτυρίες κατοίκων και συνεντεύξεις μελετητών, το πορτρέτο της ισπανικής κωμόπολης στη σκιά του θανάτου του πιο σημαντικού «κατοίκου» της, και αποτελεί μια διεισδυτική και κριτική ματιά σε ένα επίμαχο ζήτημα, φωτίζοντας σημαντικές πτυχές, αλλά και αναδεικνύοντας αντιφάσεις, σχετικές με την εκδοχή της «αυτοκτονίας».

Ο Αργεντινοεβραίος σκηνοθέτης μιλάει αποκλειστικά στην «Κ» για το βραβευμένο ντοκιμαντέρ.

– Κύριε Μαούας, ποια συναισθήματα έχει κανείς φτάνοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό του Πορτ-Μπου, ένα μικρό χωριό που παραμένει ο «τόπος ενός μύθου» και συντηρεί τον «μύθο του τόπου», καθώς συνδέεται στενά με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν;

– Πρώτα απ’ όλα, το Πορτ-Μπου είναι μια συνοριακή πόλη που συνδέεται άμεσα με τους πρόσφυγες του Ισπανικού Εμφύλιου και του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, είναι επιπλέον, ότι παραμένει σταθερά το συνοριακό πέρασμα και τα επόμενα χρόνια. Αν δούμε τον χάρτη της πόλης, παρατηρούμε πόσο κυρίαρχη είναι η «παρουσία» του σιδηροδρομικού σταθμού. Κατά κάποιον τρόπο, το Πορτ-Μπου είναι κάτι σαν το «Μακόντο», στο μυθιστόρημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκεζ, έχει κανείς την αίσθηση ότι θα εξαφανιστεί όταν κάποτε κλείσει ο σταθμός.

– Ποια ήταν η κύρια δυσκολία που αντιμετωπίσατε στα γυρίσματα, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι συνομιλήσατε και με αρκετούς κατοίκους του Πορτ-Μπου, που έζησαν από κοντά τα γεγονότα;

– Οι βασικές δυσκολίες, όπως σε όλες τις περιπτώσεις, ήταν πάνω απ’ όλα οικονομικές. Η έρευνα φυσικά, δεν ήταν εύκολη υπόθεση, και η φύση της δουλειάς, δουλεύοντας πάνω σ’ ένα ντοκιμαντέρ, ειδικά με ένα τέτοιο θέμα, είναι πάντα μια πολύπλοκη διαδικασία. Επιπλέον, το να συνομιλείς με ανθρώπους που έζησαν κάποιες ιστορικές στιγμές, συχνά εν αγνοία τους, έχεις την αίσθηση ότι είναι σαν να τους ανακρίνεις, σαν να επιδιώκεις να αποσπάσεις μια «ομολογία», αλλά αυτό είναι στη φύση της δουλειάς.

– Υπάρχουν δύο κυρίαρχοι «μύθοι» σχετικά με τις τελευταίες μέρες του Βάλτερ Μπένγιαμιν: ο τρόπος που κατέληξε, και τα χαμένα χειρόγραφα σε μια βαλίτσα που δεν βρέθηκε ποτέ. Ποια είναι τα δικά σας συμπεράσματα;

– Μην ξεχνάτε τον φάκελο της αυτοκτονίας. Ολα ξεκινούν από αυτό το επίμαχο στοιχείο και τα συναφή ερωτήματα (ιατροδικαστική έκθεση, ληξιαρχική πράξη θανάτου, ταφή στον καθολικό τομέα, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα κ.λπ.). Σε αυτό το σημείο θέλω να είμαι απόλυτα σαφής: δεν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία σχετικά με τον θάνατο του Μπένγιαμιν, κάτι που δεν σημαίνει όμως ότι συμμερίζομαι το «σενάριο» για τη δολοφονία του Μπένγιαμιν, όπως πιστεύουν κάποιοι, που προφανώς δεν έχουν δει την ταινία. Οσον αφορά την τσάντα και τα χειρόγραφα, αυτό το ζήτημα ξεκίνησε στα τέλη του ’70, κυρίως με τις αναμνήσεις της Λίζα Φίττκο, που όμως είναι αρκετά αντιφατικές, κι από το γεγονός, ότι επηρέασαν μετέπειτα κάποιους ιστορικούς. Ακόμα και το θέμα της διαφυγής έχει κάποια κενά.

– Το ντοκιμαντέρ, αρχής γενομένης από τον τίτλο του («Ποιος σκότωσε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν;»), αλλά και από τη δομή του, έχει κανείς την αίσθηση ότι «δανείζεται» κάποια στοιχεία από ένα πολιτικό θρίλερ. Αυτή ήταν η αρχική σας πρόθεση ή αποτελεί συστατικό στοιχείο της ιστορίας;

– Φυσικά, ισχύουν και τα δύο, αυτό είναι αυτονόητο, πρόκειται για μια ξεκάθαρη στρατηγική. Ο ιστορικός, ο σκηνοθέτης, ο ερευνητής που κοιτάζει πίσω, από το παρόν προς το παρελθόν, αναζητώντας τα ίχνη ενός πιθανού «εγκλήματος», επιχειρεί να διερευνήσει και να κατανοήσει το τι ακριβώς συνέβη, καμιά φορά προσπαθεί «να περάσει από την τρύπα της βελόνας». Αλλά και πέραν τούτου, μην ξεχνάμε ότι ο Μπένγιαμιν ήταν λάτρης του αστυνομικού μυθιστορήματος, αν θυμηθούμε την επιστολή του στον Σόλεμ, όπου ανάμεσα στ’ άλλα αναφέρεται και στον Σιμενόν.

– Υπάρχει η αίσθηση ενός «αξεδιάλυτου μυστηρίου», μιας «άλυτης υπόθεσης», σχετικά με τον θάνατο του Μπένγιαμιν, αφού κάποια ερωτήματα (η παρουσία της Γκεστάπο στο Πορτ-Μπου, οι διαφορές ανάμεσα στις μαρτυρίες της Λίζα Φίττκο και της Χέννυ Γκάρλαντ, το ερώτημα σχετικά με τη μορφίνη κ.λπ.) παραμένουν ανοιχτά. Υπάρχει το ενδεχόμενο, να προκύψουν νέα στοιχεία;

– Αυτό το ενδεχόμενο παραμένει πάντα ανοιχτό. Από την άλλη όμως, η εκδοχή των «σταλινικών πρακτόρων», σύμφωνα με τις δικές μου έρευνες, δεν μου φαίνεται ούτε πειστική ούτε ελκυστική, αυτή η θεωρία έχει πολλές αδυναμίες.

  • Η υγεία του δεν ήταν σε καλή κατάσταση

– Ποιο είναι το «συναρπαστικό» και τραγικό συνάμα στον Μπένγιαμιν, η βιογραφία του ή ο θάνατός του, αν λάβουμε υπόψη, ότι, αν ήταν λίγο υπομονετικός, πολύ πιθανόν να είχε καταφέρει να διαφύγει μαζί με τους άλλους πρόσφυγες;

– Κατά μία έννοια, δεν υπάρχει κάτι το «συναρπαστικό» στη ζωή και τον θάνατο του Βάλτερ Μπένγιαμιν, υπάρχει μόνο η τραγωδία, κι αυτή είναι μέρος της μεγαλύτερης τραγωδίας που έζησε η Ευρώπη εκείνα τα χρόνια. Ο Μπένγιαμιν πέθανε στα σύνορα, μόνος, και είναι ένα ενδιαφέρον ζήτημα, να συζητήσει κανείς αυτές τις συνθήκες, δηλ. ποια είναι τα βήματα ενός ανθρώπου που οδηγείται μοναχικά στον θάνατο, στην προσπάθειά του να διασχίσει τα σύνορα, να διαφύγει, να σωθεί. Οσον αφορά το «ιατρικό μέρος», δηλ. την κατάσταση της υγείας του, δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσε ν’ ακολουθήσει τους συντρόφους τους, δεν ήταν σε καλή κατάσταση, και πιθανόν να μην κατάφερνε μέχρι το τέλος.

– Μια τελευταία ερώτηση: κατά τη γνώμη σας, ποια πόλη είναι πιο κοντά στον Μπένγιαμιν, το Βερολίνο ή το Παρίσι;

– Αισθητικά, το Παρίσι, ψυχικά, το Βερολίνο. Για να είμαι όμως ειλικρινής, δεν με είχε απασχολήσει μέχρι σήμερα αυτό το ζήτημα.

Train station

In September 1940, after seven years of exile, Walter Benjamin crosses the Pyrenees in a desperate attempt to escape the Nazis.

According to the official version, Walter Benjamin did make it across the French-Spanish border successfully. But when he arrived in the Catalan town of Portbou, a sudden change in legislation impeded his entry into Spain and he was obliged to spend the night at a local hotel under the close vigilance of three guards, whose orders were to deport him the following morning.

In utter despair, Benjamin took his own life, swallowing an overdose of morphine. The local doctor, however, declared it a natural death and Benjamin was given a Catholic burial in the municipal cemetery, under a wrong name.
Did the doctor conceal some hidden cause of Benjamin´s death? Was there really a change of legislation? Was Walter Benjamin aware that Portbou was a pro-Franco town virtually occupied by the Nazis?

Who killed Walter Benjamin… reaches for answers among the suspicious circumstances of his death. Giving at the same time, a portrait of a frontier town anchored between two fronts, constant witness of evasion, persecution and false hopes.

Who killed Walter Benjamin… not just a reconstruction of a death but the living portrait of the scene of the crime.

Leave a Comment

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.