ΜΝΗΜΗ. Στις 8 Αυγούστου 1969, ο Τέοντορ Λούντβιχ Βίζενγκρουντ, κατά κόσμον Αντόρνο (επικράτησε το επώνυμο της ιταλικής καταγωγής μητέρας, που σημαίνει «στολίδι»), υπέκυπτε στο μοιραίο, μετά από ένα έμφραγμα, στο Βάλις της Ελβετίας, σε ηλικία 63 ετών.
«Την ίδια μέρα ένας σεβάσμια συντετριμμένος κόσμος μάθαινε την είδηση του θανάτου του»: τα λόγια της καταληκτήριας πρότασης στη νουβέλα του Τόμας Μαν, «Θάνατος στη Βενετία», θα μπορούσαν να ισχύουν και για τον «Τέντυ», όπως έγραφε η Sddeutsche Zeitung 15 χρόνια πριν.
Ο συγγραφέας του «Μαγικού Βουνού» και συνεξόριστος του Αντόρνο στο Λος Αντζελες, τα χρόνια του πολέμου, οφείλει πολλά στον κοντόχοντρο κύριο, με το στρογγυλό κεφάλι και τα (σχεδόν στρογγυλά) γυαλιά με μαύρο σκελετό, κυρίως στις ιστορικές και μουσικολογικές του γνώσεις, στη συγγραφή του «Ντόκτορ Φάουστ», σε αντίθεση με τον έτερο εκ των εξορίστων Μπέρτολτ Μπρεχτ, που εξαπολύει μύδρους κατά του Αντόρνο και των συν αυτώ «στρογγυλοκέφαλων» διανοουμένων, στο «Μυθιστόρημα των Τούι».
Το «στολίδι» θα φθαρεί σε δύο σημεία: το ένα συνδέεται με τη μοίρα (και την ατυχία) του φίλου του, Βάλτερ Μπένγιαμιν, το άλλο με το φοιτητικό κίνημα του ’68. Η από καθέδρας, σχεδόν υπεροπτική, κριτική στα κείμενα και τα σχέδια του Μπένγιαμιν από την παρισινή εξορία θα οδηγήσει στη μεταθανάτια ανάδειξη του έργου του, σαν ελάχιστη ανταπόδοση για την (εικαζόμενη) ολιγωρία αναφορικά με την εξασφάλιση της βίζας για τις ΗΠΑ.
Στη Φρανκφούρτη
Το δεύτερο αφορά το «ξεγύμνωμα» του φιλοσόφου, κοινωνιολόγου και μουσικολόγου, σε ένα go-in, στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, το καλοκαίρι του 1969, όταν στο κατάμεστο αμφιθέατρο ο «πατέρας της κριτικής θεωρίας» λοιδορείται από γυμνόστηθες φοιτήτριες μπροστά στους «μαθητές» του, που ζητούν την κεφαλή του επί πίνακι: «όποιος τον φίλτατο Αντόρνο αφήσει να διοικεί, τον καπιταλισμό για πάντα θα παραδεχτεί» ήταν το σύνθημα που δονούσε την αίθουσα, βασισμένο σε έναν προτεσταντικό ψαλμό του 17ου αιώνα, με αφορμή την αστυνομική παρουσία στο πανεπιστήμιο, κατόπιν κλήσης του Αντόρνο.
Στο τελευταίο όνειρο που καταγράφει, με ημερομηνία 12 Απριλίου 1969, επανεμφανίζονται τάσεις αυτοχειρίας: «Συζητήσαμε με την Α. να αυτοκτονήσουμε μαζί».
Στο όνειρο, η Α. δεν φάνηκε πειστική, όπως σημειώνει απογοητευμένος λίγο παρακάτω.
Λίγους μήνες αργότερα το μοιραίο ξεκαθάρισε οριστικά το τοπίο, στα όνειρα και τη «φθαρμένη ζωή» του Τέοντορ Αντόρνο.
- Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου, Η Καθημερινή, 18/09/2009
September 18, 2009
Τέοντορ Αντόρνο, ένα ξεχασμένο στολίδι της φιλοσοφίας
April 11, 2009
Umberto Εco: Ο φουτουρισμός δεν ήταν καταστροφή

- Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το Μανιφέστο του Φουτουρισμού- την εκρηκτική διακήρυξη του ιταλού ποιητή Φιλίπο Τομάζο Μαρινέτι που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Le Figaro» στις 20 Φεβρουαρίου του 1909- πολλά μουσεία σε όλη την Ευρώπη διοργανώνουν εκθέσεις για να θυμίσουν και να επανεκτιμήσουν το κίνημα. Από όλες τις εκθέσεις όμως εκείνη που μου κίνησε περισσότερο το ενδιαφέρον είναι αυτή που διοργανώνεται στο Ρalazzo Reale του Μιλάνου. Δεν θυμάμαι ποια εφημερίδα παραπονέθηκε για την απουσία μεγάλων έργων της πρώιμης εποχής του φουτουρισμού- πίνακες όπως ο Δυναμισμός ενός ποδοσφαιριστήτου Ουμπέρτο Μποτσιόνι ή ηΚηδεία του αναρχικού Γκάλιτου Κάρλο Καρά. Αυτό δεν θα έπρεπε να ενοχλεί κανέναν, όχι επειδή τα έργα αυτά έχουν εκτεθεί πολλές φορές ως τώρα, αλλά γιατί η έκθεση παρουσιάζει κάτι καλύτερο και κάτι περισσότερο.

- Αντί για μερικά σπουδαία έργα, η έκθεση δείχνει τι προηγήθηκε του φουτουρισμού και τι εξελίχθηκε παράλληλα με αυτόν, ιδιαίτερα στο Μιλάνο, όπου το κίνημα αναπτύχθηκε προτού εξαπλωθεί στη Γαλλία. Ασχολείται επίσης με το τι ακολούθησε τον φουτουρισμό, συμπεριλαμβάνοντας έργα ορισμένων από τους σημαντικότερους σύγχρονους καλλιτέχνες της Ιταλίας-, από την άλλη πλευρά όμως είναι προφανές ότι μια καλλιτεχνική παράδοση πάντα επηρεάζει άλλες σχολές και καλλιτέχνες. Αυτό το οποίο είναι λιγότερο προφανές είναι το τι συνέβη πριν από το 1909.

- Οι περισσότεροι νομίζουμε ότι πριν από τον φουτουρισμό υπήρξαν ρεαλιστές όπως ο ζωγράφος Φραντσέσκο Μικέτι, πορτρετίστες κυριών της καλής κοινωνίας όπως ο Τζιοβάνι Μπολντίνι και παρακμιακοί συμβολιστές ή ντιβιζιονιστές όπως ο ζωγράφος Γκαετάνο Πρεβιάτι· και ότι ύστερα, ξαφνικά, ήρθε ένα απρόσμενο σοκ, μία από αυτές τις αστραπιαίες ανατροπές που αλλάζουν την Ιστορία, όπως μια επανάσταση ή μια φυσική καταστροφή ή ένας κατακλυσμός, και εμφανίστηκαν αιφνιδίως τα ιστορικά πρωτοποριακά καλλιτεχνικά κινήματα – εδώ στην Ιταλία ο φουτουρισμός.
- Σύμφωνα με τη «Θεωρία των καταστροφών» του γάλλου μαθηματικού Ρενέ Φρεντερίκ Τομ, μια καταστροφή είναι μια αιφνίδια «πτυχή» ή μεταβολή πριν από την οποία η αλλαγή δεν υπάρχει καθόλου και μετά την οποία είναι το μόνο που υπάρχει ή αντίστροφα. Υπό αυτή την έννοια οι καταστροφές μπορούν να συμπεριλάβουν τον ύπνο ή τον θάνατο- όπως λέει το τραγούδι του γάλλου στρατιώτη, μία στιγμή προτού πεθάνει ο Ζακ ντε λα Παλίς ήταν ακόμη ζωντανός- αλλά επίσης, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, διάφορα ιστορικά γεγονότα όπως οι εξεγέρσεις ή οι ταραχές στις φυλακές. Ακόμη και μια θαυματουργή θεραπεία μπορεί να περιγραφεί ως καταστροφή.
- Οπως δείχνει η έκθεση του Μιλάνου, ο φουτουρισμός δεν ήταν μια τέτοια «καταστροφή». Αρκεί μόνο να κοιτάξει κανείς τα έργα που εκτίθενται για να καταλάβει ότι στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα τα δείγματα του φουτουριστικού δυναμισμού υπήρχαν ήδη εκεί όπου κανείς δεν τα περίμενε ή εκεί όπου κανείς δεν τα αναζητούσε.
- Το 1904 ο ιταλός ζωγράφος Τζιουζέπε Πελίτσα ντα Βολπέντο ζωγράφισε το Αυτοκίνητο στο Πέρασμα Πενίτσε, στο οποία μόλις που μπορείτε να δείτε το αυτοκίνητο, βλέπετε όμως έναν δρόμο ο οποίος δημιουργείται από γρήγορες πινελιές. Το 1907 ο Πρεβιάτι ζωγράφισε τοΑρμα του ήλιουτο οποίο συνδύαζε τον συμβολισμό με μια μια απτή αναπαράσταση της γρήγορης, σπασμωδικής κίνησης του άστρου. Για να μη μιλήσουμε για έναν άλλο ζωγράφο της εποχής, τον Ρόμολο Ρομάνι, ο οποίος ανάμεσα στο 1904 και στο 1907 ζωγράφιζε ακαθόριστα πορτρέτα και μορφές με τίτλους όπωςΟυρλιαχτόκαιΠόθος , τα οποία μπορώ μόνο να χαρακτηρίσω συμβολιστικο-φουτουριστικο-εξπρεσιονιστικο-αφηρημένα.
- Η έκθεση του Μιλάνου προκαλεί πολλές σκέψεις πέρα από το ζήτημα των καλλιτεχνικών κινημάτων. Οταν κοιτάζουμε προς τα πίσω στην Ιστορία, έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τα μεγάλα γεγονότα σαν καταστροφές του Τομ: μερικοί «sans culottes» εισβάλλουν στη Βαστίλλη και ξεσπάει η Γαλλική Επανάσταση· μερικές χιλιάδες κουρελιάρηδες επιτίθενται στα Χειμερινά Ανάκτορα και ξεσπάει η Ρωσική Επανάσταση· κάποιος πυροβολεί τον αρχιδούκα Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και οι Σύμμαχοι συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν πια να συνυπάρξουν με τις κεντρικές αυτοκρατορίες· κάποιος δολοφονεί τον ιταλό σοσιαλιστή ηγέτη Τζιάκομο Ματεότι και το φασιστικό κίνημα αποφασίζει να μετατραπεί σε δικτατορία.
- Ξέρουμε όμως ότι τα γεγονότα αυτά, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν σαν αφορμές ή, για να το πούμε αλλιώς, σαν σελιδοδείκτες που μας επιτρέπουν να ορίζουμε την έναρξη κάποιου πράγματος, είχαν ελάχιστη σημασία και ότι τα μεγάλα γεγονότα των οποίων κατέληξαν να αποτελούν σύμβολο ωρίμαζαν αργά από καιρό, μέσα από μια αλληλεπίδραση επιρροών, ανάπτυξης και παρακμής.
Η Ιστορία είναι θολή και ρευστή. Αυτό πρέπει να το έχουμε πάντα στο μυαλό μας, γιατί οι καταστροφές τού αύριο πάντα ωριμάζουν ήδη σήμερα, λαθραία και ύπουλα.
© 2009 Umberto Εco/L΄Εspresso (distributed by Νew Υork Τimes Syndicate) Το πιο πρόσφατο βιβλίο του ιταλού συγγραφέα και δοκιμιογράφου Ουμπέρτο Εκο είναι «Η ιστορία της ασχήμιας».
Παλαιότερα Άρθρα του Umberto Εco
- Ο φουτουρισμός δεν ήταν καταστροφή 11/4/2009
- Οι αντιφάσεις του αντισημιτισμού 7/3/2009
- Λείψανα διασήμων, κερδοφόρα αναμνηστικά 14/2/2009
- Από τη μόδα ως την αναίδεια της συγγνώμης 6/1/2009
- Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός στην Αμερική 29/11/2008
- Η σύγχυση του «εσύ» με το «εσείς» 20/9/2008
- Αλλος ένας Μουσολίνι για την Ιταλία 6/9/2008
- Ποιος σκότωσε το σκυλί των Μπάσκερβιλ; 26/7/2008
- Οι κίνδυνοι του ασήμαντου 28/6/2008
- Ο Μπερλουσκόνι και το κινητό 31/5/2008
- Περισσότερα >>
March 19, 2009
Γιάννης Ρίτσος: 100 χρόνια από τη γέννησή του και εκδήλωση με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
- Με ένα δίπτυχο εκδηλώσεων συμμετέχει φέτος το «Εντευκτήριο» στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, την Παρασκευή 20 Μαρτίου: η πρώτη είναι αφιερωμένη στον Γιάννη Ριτσο για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, διοργανώνεται σε συνεργασία με το Κέντρο Πολιτισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και το Α΄Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλονίκης, και περιλαμβάνει την προβολή ντοκυμανταίρ του Τάσου Ψαρρά για τον ποιητή της «Ρωμιοσύνης».
![[RITSOS+2.jpg]](http://4.bp.blogspot.com/_5RiA7Z1EvLs/Sb2BEMrQhbI/AAAAAAAAAWk/7FRhZrD-dtE/s1600/RITSOS%2B2.jpg)
Ο Ρίτσος διαβάζει ποιήματά του και μιλάει για τη μητέρα του, για τα ευτυχισμένα στην αρχή κι αργότερα δύσκολα παιδικά του χρόνια, για τα πρώτα του ποιήματα και για τα διαβάσματά του, για τη νοσηλεία του σε σανατόρια, για τη στράτευσή του στην Αριστερά, για την εξορία στη Μακρόνησο, για τον «Επιτάφιο» και για άλλα ποιήματά του. Κείμενο: Τζίνα Καλογήρου. Αφήγηση: Λυδία Φωτοπούλου. Μιλούν για το έργο του Ρίτσου: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Ευριπίδης Γαραντούδης, Κώστας Μαυρουδής, Σόνια Ιλίνσκαγια, Γιώργος Μαρκόπουλος, Τζίνα Καλογήρου.
Η εκδήλωση θα ολοκληρωθεί με ανάγνωση ποιημάτων του Ρίτσου από τους συγγραφείς Ηλία Κουτσούκο και Σταύρο Ζαφειρίου και τον ηθοποιό Θωμά Βελισσάρη (ώρα 19.15 μμ. ακριβώς, στο «Underground Εντευκτήριο», Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη).
Η δεύτερη εκδήλωση πραγματοποιείται με πρωτοβουλία του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, με την οργανωτική συμβολή του «Εντευκτηρίου» και αφορά την ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (ώρα 20.30, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, εντός της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης). Θα διαβάσει η ίδια ποιήματά της και θα ακολουθήσει δρώμενο με τους ηθοποιούς Γιάννη Καραούλη και Ευσταθία Τσαπαρέλη και τους σπουδαστές του δεύτερου έτους της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ Λουκία Βασιλείου, Κωνσταντίνο Βουδούρη, Μαρία Γιαννακέα, Αμαλία-Ελευθερία Ταταρέα, Δανάη Τίκου, Αναστασία Χατζάρα και Μαρία Ψαρολόγου, που αποδίδουν το ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ «Όταν το σώμα». Σκηνοθετική επιμέλεια: Αναστασία Θεοφανίδου και Νίκος Βουδούρης.
Η είσοδος και στις δύο εκδηλώσεις είναι ελεύθερη.
March 7, 2009
Μια “λογοτεχνία” που σπάει… καρύδια! Αύγουστος Κορτώ, Φραντς Κάφκα…
ΕΝΑ ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΓΚΕΪΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ, ΤΗΝ ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ. Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ, ΚΑΠΟΥ ΕΔΩ, ΒΡΙΣΚΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΗ ΦΟΡΜΑ ΤΟΥ
- Ο τριανταπεντάρης Νίκος Αποστόλου έχει δυο γονείς που τον υπεραγαπάνε, μια μεγάλη περιουσία, ένα πετυχημένο καφεμπάρ στα Εξάρχεια, μια σειρά υπαλλήλους και φίλους που τον παραδέχονται, μια μίζερα ανύπαρκτη σεξουαλική ζωή και μια επίμονη άφτρα στη γλώσσα. Την οποία δεν είναι και να την παραβλέπει κανείς, διότι, όπως ο αναγνώστης μαθαίνει στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος, το σημάδι αυτό σημαίνει θάνατο: ο Νίκος έχει ΑΙDS, και στη διάρκεια του χρόνου που καλύπτει η αφήγηση θα έχει πεθάνει θάνατο φρικτό, «άρρωστος μ΄ αρρώστιες τερατώδεις».
- Πολιτικά ορθό μυθιστόρημα Ο αφανισμός του Νίκου του Αύγουστου Κορτώ [εκδ. Καστανιώτη, σελ. 300] μπορεί να μην είναι, το στυλ του όμως είναι άκρως κολλητικό· κλείνεις το βιβλίο και συνειδητοποιείς ότι έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι σε ρυθμικές φράσεις με σαχλό χιούμορ και μια ανυποχώρητη τάση προς σύστοιχα αντικείμενα, παρηχήσεις και ομοιοκατάληκτα. Η αφήγηση ροκανίζει κοινόχρηστες μεταφορές, υπονομεύει μονίμως σύμβολα, χαρακτήρες και περιγραφές και εκβιάζει το συνεχές γέλιο με αστεία που γίνονται συνήθως στα όρια της λέξης και της φράσης, τη στιγμή που στο μακροεπίπεδο προσπαθεί να ισορροπήσει μια ιστορία τραγική για τη μοναξιά, την απόρριψη, την αρρώστια και τον θάνατο.
- Ανέραστος. Συνειδητοποιεί κανείς σιγά-σιγά ότι μια βαθιά ειρωνεία συνέχει το μυθιστόρημα, ξεκινώντας απ΄ τον τίτλο του (ο Αφανισμός…). Ο Νίκος είναι γκέι μεν, ανέραστος δε. Έχει κάνει σεξ μία (ή μάλλον μισή) φορά στη ζωή του, όταν επισκέφθηκε όχι και πολύ πετυχημένα μια πόρνη στα δεκαπέντε, η επαφή ήταν όμως αρκετή για να κολλήσει τον ιό. Ενώ τον αγαπούν οι πάντες, ο ίδιος αισθάνεται απομονωμένος, κρύβει τη σεξουαλικότητά του, πάσχει από ενοχικά σύνδρομα. Όπως και για τον Ρίτσαρντ στις Ώρες του Κάνιγκχαμ, οι μνήμες του Νίκου κατακάθονται συνεχώς και μέχρι το τέλος σε στιγμές απόρριψης και μοναξιάς. Μαθαίνοντας ότι είναι άρρωστος αποφασίζει να αποφύγει τη φαρμακευτική αγωγή σε μια ύστατη προσπάθεια να τιμωρήσει τον εαυτό του.
- Ο παροξυσμός αυτοσαρκασμού, αυτολύπησης και αυτοκαταστροφής που ακολουθεί, είναι φτιαγμένος για να βγάζει γέλιο, και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο η κατάσταση του ήρωα χειροτερεύει, ταιριάζει όμως και με την ψυχολογική του κατάσταση. Καθώς όλα σιγά σιγά αποσυντίθεται, ο Νίκος, όπως ακριβώς και ο Πράιορ στους Άγγελους στην Αμερική, αρχίζει να μπερδεύει παραισθήσεις και πραγματικότητα· κάπου εκεί εμφανίζεται μια μάγισσα που είναι σαν να έχει βγει από το Μatrix, και του προσφέρει τη δυνατότητα να ταξιδέψει στο παρελθόν. Σκέτος Μάικλ Φοξ στο Επιστροφή στο μέλλον, ο Νίκος αποφασίζει να γυρίσει πίσω στην Αθήνα του 1970 για να γνωρίσει τους γονείς του πριν ακόμα γνωριστούν αυτοί μεταξύ τους: σε μια ύστατη προσπάθεια να τους κάνει να μην τον γεννήσουν. Καθώς Αϊνστάιν, Φρόιντ και επιστημονική φαντασία σηκώνουν τα χέρια ψηλά, η επιστροφή αυτή στο παρελθόν θα καταλήξει σε ένα άδοξο φλερτ με τη μέλλουσα μητέρα, αλλά και με τον πατέρα του· το ζευγάρι θα ακολουθήσει το πεπρωμένο, και θα ερωτευθούν μεταξύ τους. Η αποστολή αποτυγχάνει παταγωδώς, πλην όμως κάπου προς το τέλος ο αποκαμωμένος, αποπροσανατολισμένος και πλέον πολύ άρρωστος Νίκος θα βρει τουλάχιστον μια μοναδική εμπειρία ολοκληρωμένου σεξ στο Ζάππειο του 1970. Ο Νίκος θα πεθάνει τελικά στον Άγιο Σάββα του παρελθόντος, κρατώντας στα χέρια του ένα λούτρινο ζωάκι, και γύρω του οι νοσοκόμες να αναρωτιούνται για την ιδιόμορφή του αρρώστια. Όπως ίσως έχουν παρατηρήσει οι προσεκτικοί αναγνώστες, ο Νίκος πριν πεθάνει θα έχει ενδεχομένως, στη μοναδική του νύχτα έρωτα, κληροδοτήσει στον κόσμο έναν παράξενο ιό, τον οποίο θα έχει άθελά του φέρει μαζί του από το… μέλλον. [Ο γκέι που ήρθε από το μέλλον. Γράφει ο Δημήτρης Παπανικολάου, Τα Νέα, Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009]
Στη συνέχεια, ο λόγος στο Κ.ΛΠ.:
- Επί μια εβδομάδα διαβάζω και ξαναδιαβάζω αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση – όχι το βιβλίο! Τι θα πει “πολιτικά ορθό μυθιστόρημα”, που “εκβιάζει το συνεχές γέλιο με αστεία”; Ο βιβλιοπαρουσιαστής κάνοντας αναφορές σε ξένα ονόματα, λογοτεχνικά και κινηματογραφικά [Ρίτσαρντ στις Ώρες του Κάνιγκχαμ, ο Πράιορ στους Άγγελους στην Αμερική, Σκέτος Μάικλ Φοξ στο Επιστροφή στο μέλλον, Μatrix, Αϊνστάιν, Φρόιντ...], θεωρεί ότι επικυρώνει την ποιότητα της λογοτεχνικής γραφής του Κορτώ. Έτσι, άλλωστε, συνηθίζουν οι διάφοροι εγχώριοι βιβλιοκριτικοί!
- Τη μια γελάω και την άλλη βρίζω τον εαυτό μου που σπαταλάει την ώρα του… Αν κατάλαβα καλά, θέλει να πει ο βιβλιοπαρουσιαστής ότι έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία! Καταρχήν, θέλω να δηλώσω ότι είμαι… αστροναύτης, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Και είναι φυσικό αυτά να μου φαίνονται… αστροναυτικά. Από πού και έως πού, αυτά που γράφει ο βιβλιοπαρουσιαστής αλλά και ο συγγραφέας έχουν σχέση με λογοτεχνία! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο του Κορτώ θα ήταν χρήσιμο για κάποιον σεναριογράφο του Χόλιγουντ, που θα έφτιαχνε μια ταινία σαν κι εκείνες τις γελοίες ταινίες επιστημονικής φαντασίας που αν καταφέρεις και βρεις το κουράγιο να τις δεις μέχρι το τέλος, θα ανακηρυχθείς… ήρωας. Αλλά πρέπει να είσαι πολύ διεστραμμένος για να χάνεις το χρόνο σου διαβάζοντας βιβλία όπου περισσεύει η σαχλαμάρα! Ο συγγραφέας θα πρέπει να είναι σε μεγάλη απόγνωση για να καταφεύγει σε τέτοιου είδους ψευδολογοτεχνικές αναζητήσεις.
- Δεν ξέρω τι είναι εκείνο που εξουσιάζει τον συγγραφέα Κορτώ: Η γενετήσια ορμή, το επιθετικό ένστικτο, το ομαδικό ορμέμφυτο; Πού συγκρούονται τα πάθη και το λογικό; Δεν μπορώ να καταλάβω πού μένει προσηλωμένο το βιβλίο του Κορτώ. Και δεν πρόκειται να το διαβάσω, δεν έχω όρεξη να χάσω το χρόνο μου. Αλλά μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ο βιβλιοπαρουσιαστής γράφει περί τις εξακόσιες [600] λέξεις για να μας πει ότι πρόκειται για “ξεκαρδιστικό γκέι μυθιστόρημα”! Είναι αλήθεια ότι η εποχή μας μαστίζεται από έναν οίστρο πανσεξουαλικό. Ίσως θα ήταν προτιμότερη και ακριβέστερη η διατύπωση ότι την κατέχει την εποχή μας μια σεξουαλική ψύχωση, η οποία μπορεί να είναι και ψυχρή παράκρουση, με συνακόλουθο ένα κύμα ομαδικής μωρίας. Οι άνθρωποι μερικές φορές μπορεί να είναι αξιολύπητοι, αλλά όχι αξιοθαύμαστοι. Δεν έχεις έμπνευση, τότε είναι προτιμότερο να κάτσεις στο σαλονάκι του σπιτιού σου και να χαζεύεις στην τηλεόραση ή να βγεις στον καθαρό αέρα για περίπατο. Τι νόημα έχει να περιφέρεις στην αγορά το θολωμένο σου μυαλό;
- Προφανώς ο Κορτώ θα γνωρίζει τον Φραντς Κάφκα, ο οποίος στη σύντομη ζωή του πάλεψε με τους δαίμονες της γραφής. Λοιπόν, σ’ ένα γράμμα του στη μνηστή του Φελίτσια Μπάουερ που δεν την νυμφεύτηκε ποτέ, λέει τα εξής: «Να γράφεις, θα πει ν’ ανοίγεσαι ώς το υπέρμετρο εκείνο άνοιγμα που κάνει ένα ον να νομίζει πως χάνεται μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και απ’ όπου, αν είναι στα συγκαλά του, θα προσπαθήσει να κάνει πίσω τρομαγμένο – γιατί ο καθένας θέλει να ζήσει όσον καιρό ζει. Το άνοιγμα αυτό και η προσφορά της καρδιάς δεν είναι καθόλου αρκετά στο γράψιμο [...]. Γι’ αυτό εκεί δεν είσαι όσο πρέπει μόνος όταν γράφεις. Γι΄ αυτό και δεν υπάρχει αρκετή σιωπή γύρω σου. Η νύχτα, κι αυτή ακόμη είναι λίγη, η νύχτα… Συχνά σκέφτηκα πως για μένα ο καλύτερος τρόπος ζωής θα ήταν να στρώνομαι με τα σύνεργά μου της γραφής και με μια λάμπα, στο πιο εσωτερικό μέρος ενός υπόγειου απέραντου και κλειστού. Θα μου φέρνανε να τρώω, αλλά πάντοτε μακριά από το σημείο όπου θα βρισκόμουν, έξω από την πιο εξωτερική πόρτα του υπόγειου. Μοναδικός μου περίπατος θα ήταν να πηγαίνω, ντυμένος με τη ρόμπα μου, να παίρνω αυτό το φαγητό, περνώντας κάτω απ’ όλους τους θόλους του υπόγειου. Ύστερα θα γύριζα στο τραπέζι μου, θα έτρωγα αργά και με κατάνυξη, κι αμέσως πάλι θ’ άρχιζα να γράφω. Τι δε θα ‘γραφα τότε!…». Στο “Ημερολόγιό” του υπάρχει και τούτη η πένθιμη εγγραφή: «Χρειάζομαι απομόνωση για να μπορώ να γράφω, όχι σαν “ερημίτης”, αλλά σα νεκρός…»
- Έκανε πολλή προσπάθεια ο Κορτώ για να μοιάσει του Κάφκα σ’ αυτό το τελευταίο!
February 24, 2009
Οι κριτικοί Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ελισάβετ Κοτζιά και άλλοι… στη μικρή μας πόλη των ιδεών!
Διάβαζα προσφάτως τα κείμενα του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα “Νέα”, όπου κεραυνοβολούσε άλλους “βιβλιοκριτικούς” για κάποιους λόγους. Ο ανύποπτος αναγνώστης δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβει τις μεταξύ τους σχέσεις και από πού ορμώμενος ο Κούρτοβικ έγραψε όχι ευχάριστα λόγια. Βέβαια, σ’ ένα σημείωμά της η Ελισάβετ Κοτζιά [βιβλιοκριτικός της "Καθημερινής"] έγραψε κάποια πράγματα κι έριξε φως στα σκοτάδια. Ιδού:
Πριν από αρκετά χρόνια είχα δημοσιεύσει μια επαινετική κριτική για το μυθιστόρημά του «Η νοσταλγία των δράκων» το οποίο είχα βρει πρωτότυπο στη σύλληψη και καλλιτεχνικά ώριμο στην εκτέλεση του, έργο («Καθημερινή», 11/06/2000). Την περασμένη άνοιξη δημοσίευσα μια αρνητική κριτική για το μυθιστόρημα «Τι ζητούν οι βάρβαροι» αναπτύσσοντας τα σοβαρά προβλήματα σύνθεσης, που κατά τη γνώμη μου εμφανίζει το τελευταίο του βιβλίο («Καθημερινή», 18./05/2008). Ο Κούρτοβικ επικράνθη και με κατηγορεί ότι ασκώ «καθεστωτική κριτική» – ότι ασκώ κριτική όχι με τα αισθητικά και ιδεολογικά μου κριτήρια, αλλά ιδιοτελώς για να εξυπηρετήσω κάποιο καθεστώς. Αν πίστευε πράγματι όσα επαινετικά έγραψε για μένα πριν από δύο χρόνια, δεν μπορεί να ισχύουν όσα με μέμφεται σήμερα. Αν πάλι τα έγραψε προσδοκώντας σε κάποια φιλόφρονα ανταπόδοση –προκειμένου να εξυπηρετήσει το καθεστώς του δικού του εαυτού– καλύτερα να το είχε αποφύγει.
Ο Κούρτοβικ, με αφορμή τη μελέτη της “Ιδέες και αισθητική. Μεσοπολεμικοί και μεταπολεμικοί πεζογράφοι”, είχε γράψει “θερμά λόγια” για την αυστηρή προσήλωση της Κοτζιά στην αισθητική αποτίμηση, την αναλυτική ορθολογική της σκέψη, την στέρεη επιχειρηματολογία της, τη γνωστή αξιοθαύμαστη συλλογιστική της συνέπεια και τις ενδιαφέρουσες αντιλήψεις της! ["Τα Νέα", 05/08/2006]. Στη συνέχεια και σε τρία σημειώματά του ["Τα Νέα", 09/08/2008, 15/11/2008 και 07/02/2009] παρουσίαζε την Κοτζιά ως χείριστο δείγμα «εστετίστικα» εφησυχασμένης ακρισίας και ρυπαρότατης προσωπικής ιδιοτέλειας στο χώρο της σύγχρονης κριτικής…
Δεν μου πέφτει λόγος για το ποιος από τους δυο ασκεί “καθεστωτική κριτική”. Για μένα, και οι δυο έχουν δύναμη. Είναι “καθεστώς”. Λύνουν και δένουν. Έχουν τον προσωπικό τους χώρο στις εφημερίδες, όπου εργάζονται, και γράφουν ό,τι θέλουν. Και ο ένας και η άλλη επιζητούν να ποδηγετήσουν το αναγνωστικό κοινό. Δεν προσδοκώ τίποτε κι αυτό είναι το καλύτερο χαρακτηριστικό για να έχει δύναμη ο λόγος μου. Κάποτε τους έστειλα ένα βιβλίο μου κι ούτε έκαναν τον κόπο να το ξεφυλλίσουν και, φυσικά, να το αναφέρουν ως “νέα έκδοση”. Αλλά το ζήτημα για μένα δεν είναι αν θα έγραφαν καλά ή κακά λόγια, αλλά ότι η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας γράφεται σύμφωνα με τα βίτσια των “βιβλιοκριτικών” που έχουν τα μετερίζια τους και πολυβολάνε αδιακρίτως.
Δεν ξέρω πόσο συνειδητά σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι οι κριτικοί και πόσο… αγόμενοι και φερόμενοι! Αδυνατούν, πάντως, να καταλάβουν ή μάλλον δεν επιθυμούν να καταλάβουν ότι ο κάθε άνθρωπος και πολύ περισσότερο εκείνος που προχωράει στο εγχείρημα της έκδοσης ενός βιβλίου, κρύβει μέσα του μιαν αλήθεια αφανέρωτη, την οποία εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι κριτικός, οφείλει να την αναζητήσει. Συνήθως οι ιθαγενείς κριτικοί, είτε της λογοτεχνίας είτε του θεάτρου, είναι θριαμβολόγοι υμνητές ή θριαμβολόγοι επικριτές.
Υπάρχουν πολλοί “κριτικοί” σήμερα , όπως επίσης και πολλοί “συγγραφείς”. Κανείς όμως δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν όλοι τους είναι πραγματικοί “δημιουργοί”. Ο αείμνηστος Άγγελος Τερζάκης έγραφεότι η συγγραφή έχει γίνει ένα είδος ατομικού δικαιώματος – δεν είναι πια εκδήλωση χαρίσματος. Αντιστάσεως μη ούσης, πιάνεις το “μπικ” [ή τον υπολογιστή] και γράφεις, στιβάζεις κατεβατά. Και καθώς τ’ αντικειμενικά κριτήρια χαλάρωσαν, το χάρισμα αντικαθίσταται από τον ισχυρισμό. “Έτσι εγώ το νιώθω”. Άναυδος ο αναγνώστης. Δεν ξέρει πια κανένας μπροστά σε ποιαν αυθεντία από τις τόσες και τόσες να πρωτοϋποκλιθεί.
Και ο κριτικός το ίδιο είναι – σαν τον συγγραφέα. Είναι ένας “μοναχικός” που βασιλεύει στην επικράτεια της νοθείας. Είναι παραγωγός λεκτικής σπατάλης. Καταφέρνει να κάνει το λογοτεχνικό έργο νόμισμα σε κατάσταση πληθωρισμού, που όμως χάνει την αξία του από τη μια στιγμή στην άλλη. Και απορώ γιατί σε μια εποχή σαν τη δική μας άνθρωποι που διεκδικούν τον τίτλο του “κριτικού”, του ανθρώπου που στέκει παράμερα και με νηφαλιότητα και γνώσεις, κάνει τις καταδύσεις του στο οποιοδήποτε λογοτεχνικό έργο, παραθέτει τις κρίσεις του, υπογραμμίζει συγγραφικές προθέσεις ανολοκλήρωτες ή ολοκληρωμένες, και ενδεχομένως λανθάνουσες δυνατότητες.
Αντί να διαπληκτίζονται δημοσίως οι κριτικοί, καλά θα κάνουν να αναρωτηθούν αν η κριτική τους έχει κάποιους κανόνες, αν οι δικές τους προθέσεις είναι προικισμένες με αντικειμενικότητα… Δεν έχω όρεξη να συνεχίσω. Πριν κλείσω, θέλω να πω ότι μου φαίνονται αστείοι οι -έστω- λεκτικοί διαπληκτισμοί των “καθεστωτικών” κριτικών. Η δύναμη που τους δίνει το έντυπο στο οποίο γράφουν είναι εφήμερη – ακόμη δεν το έχουν καταλάβει;
February 18, 2009
Από τον Αριστοφάνη στον… Λαζόπουλο!

Επαινετή η πρωτοβουλία του “Σκάι” για τους “Μεγάλους Έλληνες”! Για διαβάστε τώρα τον κατάλογο των πρώτων 50 Μεγάλων: Πραξιτέλης, Θαλής, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Δ. Χορν, Φίλιππος Β΄, Ελενα Μουζάλα, Μ. Γλέζος, Μ. Λοΐζος, Π. Δήμας, Β. Τσιτσάνης, Γρ. Λαμπράκης, Μάρκος Βαμβακάρης, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Κατίνα Παξινού, Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Θ. Βέγγος, Ηρόδοτος, Λ. Λαζόπουλος, Ιουστινιανός Α΄, Κ. Κουν, Ευριπίδης, Χ. Φλωράκης, Στ. Καζαντζίδης, Ν. Ξυλούρης, Θ. Αγγελόπουλος, Δ. Μητρόπουλος, Ν. Πλαστήρας, Κ. Σημίτης, Ιων Δραγούμης, Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας, Βασίλειος Β΄, Αισχύλος, Κλεισθένης, Σόλων, Β. Παπαθανασίου, Οθων, Αλ. Παπαδιαμάντης, Επίκουρος, Γ. Παπαδόπουλος, Αλ. Παναγούλης, Ν. Μαργιωρής, Γ. Παπανδρέου, Κ. Καστοριάδης, Ν. Μπελογιάννης, Σοφοκλής, Μ. Ανδρόνικος, Κοσμάς ο Αιτωλός, Κ. Παλαμάς, Αριστοφάνης, Φειδίας.
Ρε πού φτάσαμε! Από τον Αριστοφάνη [πάνω] στον… Λαζόπουλο [κάτω]! Έχω την εντύπωση ότι αυτή η φιλόδοξη ψηφοφορία για την ανάδειξη των “Μεγάλων Ελλήνων” αυτοϋπονομεύτηκε. Να υπάρχει και κάποια επίγνωση των μεγεθών. Πώς μπορείτε, βρε άθλιοι, εσείς που βάλατε τον Λάκη τον διασκεδαστή που έχει σκυλοβρίσει ένα σωρό συμπατριώτες άνευ αποχρώντος λόγου, ανάμεσα σε μεγαθήρια; Ας έρθει κάποιος να παραθέσει τα “μεγέθη” του σαχλαμάρα με το μέγεθος του Αριστοφάνη, του Πραξιτέλη, του Παλαμά, του Παπανδρέου, του Παπαδιαμάντη… ΕΛΕΟΣ, κύριοι! Από την άλλη πλευρά είδαμε και το όνομα του πραξικοπηματία δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου… Ντρεπόμαστε.
Θα έπρεπε να έχουν μπει κάποιες προϋποθέσεις. Δεν είναι δυνατόν να μπαίνουν σ’ ένα τσουβάλι ζωντανοί και πεθαμένοι. Κι εξάλλου δεν θα ήταν πιο σωστό να μπαίνει ένα χρονικό όριο; Πότε ο Λαζόπουλος απέδειξε ότι είναι “Μεγάλος Έλληνας”; Αν αραδιάσω τα αρνητικά που έχουν γραφτεί για την αφεντιά του, θα γελάει και το παρδαλό κατσίκι. Από τότε κυρίως που δεν ήθελε να πάει φαντάρος κι έκανε τον Καραγκιόζη, μέχρι τότε που τον κράξανε ότι βρισκόταν μέσα σ’ ένα κότερο με ναρκωτικά… Άκου “μεγάλος” ο Λαζόπουλος!




