Οι κριτικοί Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ελισάβετ Κοτζιά και άλλοι… στη μικρή μας πόλη των ιδεών!

February 24th, 2009 § 1 Comment

Διάβαζα προσφάτως τα κείμενα του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα “Νέα”, όπου κεραυνοβολούσε άλλους “βιβλιοκριτικούς” για κάποιους λόγους. Ο ανύποπτος αναγνώστης δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβει τις μεταξύ τους σχέσεις και από πού ορμώμενος ο Κούρτοβικ έγραψε όχι ευχάριστα λόγια. Βέβαια, σ’ ένα σημείωμά της η Ελισάβετ Κοτζιά [βιβλιοκριτικός της "Καθημερινής"] έγραψε κάποια πράγματα κι έριξε φως στα σκοτάδια. Ιδού:

Πριν από αρκετά χρόνια είχα δημοσιεύσει μια επαινετική κριτική για το μυθιστόρημά του «Η νοσταλγία των δράκων» το οποίο είχα βρει πρωτότυπο στη σύλληψη και καλλιτεχνικά ώριμο στην εκτέλεση του, έργο («Καθημερινή», 11/06/2000). Την περασμένη άνοιξη δημοσίευσα μια αρνητική κριτική για το μυθιστόρημα «Τι ζητούν οι βάρβαροι» αναπτύσσοντας τα σοβαρά προβλήματα σύνθεσης, που κατά τη γνώμη μου εμφανίζει το τελευταίο του βιβλίο («Καθημερινή», 18./05/2008). Ο Κούρτοβικ επικράνθη και με κατηγορεί ότι ασκώ «καθεστωτική κριτική» – ότι ασκώ κριτική όχι με τα αισθητικά και ιδεολογικά μου κριτήρια, αλλά ιδιοτελώς για να εξυπηρετήσω κάποιο καθεστώς. Αν πίστευε πράγματι όσα επαινετικά έγραψε για μένα πριν από δύο χρόνια, δεν μπορεί να ισχύουν όσα με μέμφεται σήμερα. Αν πάλι τα έγραψε προσδοκώντας σε κάποια φιλόφρονα ανταπόδοση –προκειμένου να εξυπηρετήσει το καθεστώς του δικού του εαυτού– καλύτερα να το είχε αποφύγει.

Ο Κούρτοβικ, με αφορμή τη μελέτη της “Ιδέες και αισθητική. Μεσοπολεμικοί και μεταπολεμικοί πεζογράφοι”, είχε γράψει “θερμά λόγια” για την αυστηρή προσήλωση της Κοτζιά στην αισθητική αποτίμηση, την αναλυτική ορθολογική της σκέψη, την στέρεη επιχειρηματολογία της, τη γνωστή αξιοθαύμαστη συλλογιστική της συνέπεια και τις ενδιαφέρουσες αντιλήψεις της! ["Τα Νέα", 05/08/2006]. Στη συνέχεια και σε τρία σημειώματά του ["Τα Νέα", 09/08/2008, 15/11/2008 και 07/02/2009] παρουσίαζε την Κοτζιά ως χείριστο δείγμα «εστετίστικα» εφησυχασμένης ακρισίας και ρυπαρότατης προσωπικής ιδιοτέλειας στο χώρο της σύγχρονης κριτικής…

Δεν μου πέφτει λόγος για το ποιος από τους δυο ασκεί “καθεστωτική κριτική”. Για μένα, και οι δυο έχουν δύναμη. Είναι “καθεστώς”. Λύνουν και δένουν. Έχουν τον προσωπικό τους χώρο στις εφημερίδες, όπου εργάζονται, και γράφουν ό,τι θέλουν. Και ο ένας και η άλλη επιζητούν να ποδηγετήσουν το αναγνωστικό κοινό. Δεν προσδοκώ τίποτε κι αυτό είναι το καλύτερο χαρακτηριστικό για να έχει δύναμη ο λόγος μου. Κάποτε τους έστειλα ένα βιβλίο μου κι ούτε έκαναν τον κόπο να το ξεφυλλίσουν και, φυσικά, να το αναφέρουν ως “νέα έκδοση”. Αλλά το ζήτημα για μένα δεν είναι αν θα έγραφαν καλά ή κακά λόγια, αλλά ότι η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας γράφεται σύμφωνα με τα βίτσια των “βιβλιοκριτικών” που έχουν τα μετερίζια τους και πολυβολάνε αδιακρίτως.

Δεν ξέρω πόσο συνειδητά σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι οι κριτικοί και πόσο… αγόμενοι και φερόμενοι! Αδυνατούν, πάντως, να καταλάβουν ή μάλλον δεν επιθυμούν να καταλάβουν ότι ο κάθε άνθρωπος και πολύ περισσότερο εκείνος που προχωράει στο εγχείρημα της έκδοσης ενός βιβλίου, κρύβει μέσα του μιαν αλήθεια αφανέρωτη, την οποία εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι κριτικός, οφείλει να την αναζητήσει. Συνήθως οι ιθαγενείς κριτικοί, είτε της λογοτεχνίας είτε του θεάτρου, είναι θριαμβολόγοι υμνητές ή θριαμβολόγοι επικριτές.

Υπάρχουν πολλοί “κριτικοί” σήμερα , όπως επίσης και πολλοί “συγγραφείς”. Κανείς όμως δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν όλοι τους είναι πραγματικοί “δημιουργοί”. Ο αείμνηστος Άγγελος Τερζάκης έγραφεότι η συγγραφή έχει γίνει ένα είδος ατομικού δικαιώματος – δεν είναι πια εκδήλωση χαρίσματος. Αντιστάσεως μη ούσης, πιάνεις το “μπικ” [ή τον υπολογιστή] και γράφεις, στιβάζεις κατεβατά. Και καθώς τ’ αντικειμενικά κριτήρια  χαλάρωσαν, το χάρισμα αντικαθίσταται από τον ισχυρισμό. “Έτσι εγώ το νιώθω”. Άναυδος ο αναγνώστης. Δεν ξέρει πια κανένας μπροστά σε ποιαν αυθεντία από τις τόσες και τόσες να πρωτοϋποκλιθεί.

Και ο κριτικός το ίδιο είναι – σαν τον συγγραφέα. Είναι ένας “μοναχικός” που βασιλεύει στην επικράτεια της νοθείας. Είναι παραγωγός λεκτικής σπατάλης. Καταφέρνει να κάνει το λογοτεχνικό έργο νόμισμα σε κατάσταση πληθωρισμού, που όμως χάνει την αξία του από τη μια στιγμή στην άλλη. Και απορώ γιατί σε μια εποχή σαν τη δική μας άνθρωποι που διεκδικούν τον τίτλο του “κριτικού”, του ανθρώπου που στέκει παράμερα και με νηφαλιότητα και γνώσεις, κάνει τις καταδύσεις του στο οποιοδήποτε λογοτεχνικό έργο, παραθέτει τις κρίσεις του, υπογραμμίζει συγγραφικές προθέσεις ανολοκλήρωτες ή ολοκληρωμένες, και ενδεχομένως λανθάνουσες δυνατότητες.

Αντί να διαπληκτίζονται δημοσίως οι κριτικοί, καλά θα κάνουν να αναρωτηθούν αν η κριτική τους έχει κάποιους κανόνες, αν οι δικές τους προθέσεις είναι προικισμένες με αντικειμενικότητα… Δεν έχω όρεξη να συνεχίσω. Πριν κλείσω, θέλω να πω ότι μου φαίνονται  αστείοι οι -έστω- λεκτικοί διαπληκτισμοί των “καθεστωτικών” κριτικών. Η δύναμη που τους δίνει το έντυπο στο οποίο γράφουν είναι εφήμερη – ακόμη δεν το έχουν καταλάβει;

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with Κοτζιά Ελισάβετ at Κ.ΛΠ..

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.